θυμίζω (thimizo) — to remind

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Αυτό το τραγούδι μου θυμίζει το καλοκαίρι.

This song reminds me of summer.

Θυμίζω means remind. In this example, μου identifies the person reminded, while το καλοκαίρι is what the song brings to mind. Compare θυμάμαι, I remember.

Compare the meanings: θυμάμαι (thimamai) — to remember

θυμίζω — to remind; resemble.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θυμίζω
εσύ — you θυμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θυμίζει
εμείς — we θυμίζουμε, θυμίζομε
εσείς — you (plural / polite) θυμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θυμίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θύμιζα
εσύ — you θύμιζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θύμιζε
εμείς — we θυμίζαμε
εσείς — you (plural / polite) θυμίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θύμιζαν, θυμίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θύμισα
εσύ — you θύμισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θύμισε
εμείς — we θυμίσαμε
εσείς — you (plural / polite) θυμίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θύμισαν, θυμίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω θυμίσει
εσύ — you έχεις θυμίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει θυμίσει
εμείς — we έχουμε θυμίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε θυμίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν θυμίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα θυμίσει
εσύ — you είχες θυμίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε θυμίσει
εμείς — we είχαμε θυμίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε θυμίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν θυμίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα θυμίζω
εσύ — you θα θυμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θυμίζει
εμείς — we θα θυμίζουμε, θα θυμίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα θυμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θυμίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα θυμίσω
εσύ — you θα θυμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θυμίσει
εμείς — we θα θυμίσουμε, θα θυμίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα θυμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θυμίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω θυμίσει
εσύ — you θα έχεις θυμίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει θυμίσει
εμείς — we θα έχουμε θυμίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε θυμίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν θυμίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να θυμίζω
εσύ — you να θυμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θυμίζει
εμείς — we να θυμίζουμε, να θυμίζομε
εσείς — you (plural / polite) να θυμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θυμίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να θυμίσω
εσύ — you να θυμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θυμίσει
εμείς — we να θυμίσουμε, να θυμίσομε
εσείς — you (plural / polite) να θυμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θυμίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω θυμίσει
εσύ — you να έχεις θυμίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει θυμίσει
εμείς — we να έχουμε θυμίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε θυμίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν θυμίσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: θύμιζε (εσύ), θυμίζετε (εσείς).

Simple: θύμισε (εσύ); θυμίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • θυμίζω σε κάποιον κάτι means reminding someone of something. θυμίζω can also mean resembling or evoking someone or something. Compare θυμάμαι, I remember.

Θύμισέ μου να σου τηλεφωνήσω.

Remind me to phone you.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — θυμίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/thimizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /thimizo/