Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
δακρύζω means “to shed tears” or “to tear up,” from emotion or irritation of the eyes. It is intransitive; no ordinary passive paradigm is used.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | δακρύζω |
| εσύ — you | δακρύζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δακρύζει |
| εμείς — we | δακρύζουμε, δακρύζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | δακρύζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δακρύζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | δάκρυζα |
| εσύ — you | δάκρυζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δάκρυζε |
| εμείς — we | δακρύζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δακρύζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δάκρυζαν, δακρύζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | δάκρυσα |
| εσύ — you | δάκρυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δάκρυσε |
| εμείς — we | δακρύσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δακρύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δάκρυσαν, δακρύσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω δακρύσει |
| εσύ — you | έχεις δακρύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει δακρύσει |
| εμείς — we | έχουμε δακρύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε δακρύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν δακρύσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα δακρύσει |
| εσύ — you | είχες δακρύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε δακρύσει |
| εμείς — we | είχαμε δακρύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε δακρύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν δακρύσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα δακρύζω |
| εσύ — you | θα δακρύζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δακρύζει |
| εμείς — we | θα δακρύζουμε, θα δακρύζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δακρύζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δακρύζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα δακρύσω |
| εσύ — you | θα δακρύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δακρύσει |
| εμείς — we | θα δακρύσουμε, θα δακρύσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δακρύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δακρύσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω δακρύσει |
| εσύ — you | θα έχεις δακρύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει δακρύσει |
| εμείς — we | θα έχουμε δακρύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε δακρύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν δακρύσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να δακρύζω |
| εσύ — you | να δακρύζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δακρύζει |
| εμείς — we | να δακρύζουμε, να δακρύζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δακρύζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δακρύζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να δακρύσω |
| εσύ — you | να δακρύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δακρύσει |
| εμείς — we | να δακρύσουμε, να δακρύσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δακρύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δακρύσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω δακρύσει |
| εσύ — you | να έχεις δακρύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει δακρύσει |
| εμείς — we | να έχουμε δακρύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε δακρύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν δακρύσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: δάκρυζε (εσύ); δακρύζετε (εσείς). Commands are less common than statements with this verb.
Simple: δάκρυσε (εσύ); δακρύστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present participle: δακρύζοντας. The adjective δακρυσμένος, δακρυσμένη, δακρυσμένο means tearful; it does not create a passive conjugation.
Τα μάτια μου δάκρυσαν από τον καπνό.
My eyes watered from the smoke.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δακρύζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dakrizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/dakrizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.