Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

δαγκώνω — to bite

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δαγκώνω means “to bite.” The middle/passive δαγκώνομαι can mean “to be bitten”; δαγκώθηκα can also describe holding back a reaction.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δαγκώνω δαγκώνομαι
εσύ — you δαγκώνεις δαγκώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δαγκώνει δαγκώνεται
εμείς — we δαγκώνουμε, δαγκώνομε δαγκωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δαγκώνετε δαγκώνεστε, δαγκωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δαγκώνουν(ε) δαγκώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δάγκωνα δαγκωνόμουν(α)
εσύ — you δάγκωνες δαγκωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δάγκωνε δαγκωνόταν(ε)
εμείς — we δαγκώναμε δαγκωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δαγκώνατε δαγκωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δάγκωναν, δαγκώναν(ε) δαγκώνονταν, δαγκωνόντανε, δαγκωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δάγκωσα δαγκώθηκα
εσύ — you δάγκωσες δαγκώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δάγκωσε δαγκώθηκε
εμείς — we δαγκώσαμε δαγκωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δαγκώσατε δαγκωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δάγκωσαν, δαγκώσαν(ε) δαγκώθηκαν, δαγκωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δαγκώσει έχω δαγκωθεί
εσύ — you έχεις δαγκώσει έχεις δαγκωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δαγκώσει έχει δαγκωθεί
εμείς — we έχουμε δαγκώσει έχουμε δαγκωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δαγκώσει έχετε δαγκωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δαγκώσει έχουν δαγκωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δαγκώσει είχα δαγκωθεί
εσύ — you είχες δαγκώσει είχες δαγκωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δαγκώσει είχε δαγκωθεί
εμείς — we είχαμε δαγκώσει είχαμε δαγκωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δαγκώσει είχατε δαγκωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δαγκώσει είχαν δαγκωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δαγκώνω θα δαγκώνομαι
εσύ — you θα δαγκώνεις θα δαγκώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δαγκώνει θα δαγκώνεται
εμείς — we θα δαγκώνουμε, θα δαγκώνομε θα δαγκωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δαγκώνετε θα δαγκώνεστε, θα δαγκωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δαγκώνουν(ε) θα δαγκώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δαγκώσω θα δαγκωθώ
εσύ — you θα δαγκώσεις θα δαγκωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δαγκώσει θα δαγκωθεί
εμείς — we θα δαγκώσουμε, θα δαγκώσομε θα δαγκωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δαγκώσετε θα δαγκωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δαγκώσουν θα δαγκωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δαγκώσει θα έχω δαγκωθεί
εσύ — you θα έχεις δαγκώσει θα έχεις δαγκωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δαγκώσει θα έχει δαγκωθεί
εμείς — we θα έχουμε δαγκώσει θα έχουμε δαγκωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δαγκώσει θα έχετε δαγκωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δαγκώσει θα έχουν δαγκωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δαγκώνω να δαγκώνομαι
εσύ — you να δαγκώνεις να δαγκώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δαγκώνει να δαγκώνεται
εμείς — we να δαγκώνουμε, να δαγκώνομε να δαγκωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δαγκώνετε να δαγκώνεστε, να δαγκωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δαγκώνουν(ε) να δαγκώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δαγκώσω να δαγκωθώ
εσύ — you να δαγκώσεις να δαγκωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δαγκώσει να δαγκωθεί
εμείς — we να δαγκώσουμε, να δαγκώσομε να δαγκωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να δαγκώσετε να δαγκωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δαγκώσουν(ε) να δαγκωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δαγκώσει να έχω δαγκωθεί
εσύ — you να έχεις δαγκώσει να έχεις δαγκωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δαγκώσει να έχει δαγκωθεί
εμείς — we να έχουμε δαγκώσει να έχουμε δαγκωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δαγκώσει να έχετε δαγκωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δαγκώσει να έχουν δαγκωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δάγκωνε δαγκώνετε — —
Simple δάγκωσε δαγκώστε δαγκώσου δαγκωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: δαγκώνοντας. Result participle: δαγκωμένος, δαγκωμένη, δαγκωμένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ο σκύλος δάγκωσε το παπούτσι μου.

The dog bit my shoe.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δαγκώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dagkono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /dagkono/