Modern Greek verb conjugation
αφηγούμαι · to narrate; to recount; to tell a story
Voice and meaning: This is a deponent verb: it has passive-form endings but an active meaning. Αφηγούμαι μια ιστορία means I tell a story, not I am told a story. The conjugation column therefore says “Form”, rather than incorrectly labelling these endings “Active”.
Μας αφηγήθηκε την ιστορία του. — He told us his story.
Each table lists the six persons. Parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | αφηγούμαι |
| εσύ · you | αφηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αφηγείται |
| εμείς · we | αφηγούμαστε |
| εσείς · you | αφηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αφηγούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | αφηγούμουν |
| εσύ · you | αφηγούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αφηγούνταν |
| εμείς · we | αφηγούμασταν |
| εσείς · you | αφηγούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αφηγούνταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | αφηγήθηκα |
| εσύ · you | αφηγήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αφηγήθηκε |
| εμείς · we | αφηγηθήκαμε |
| εσείς · you | αφηγηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αφηγήθηκαν, αφηγηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | έχω αφηγηθεί |
| εσύ · you | έχεις αφηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αφηγηθεί |
| εμείς · we | έχουμε αφηγηθεί |
| εσείς · you | έχετε αφηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αφηγηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | είχα αφηγηθεί |
| εσύ · you | είχες αφηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αφηγηθεί |
| εμείς · we | είχαμε αφηγηθεί |
| εσείς · you | είχατε αφηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αφηγηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | θα αφηγούμαι |
| εσύ · you | θα αφηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αφηγείται |
| εμείς · we | θα αφηγούμαστε |
| εσείς · you | θα αφηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αφηγούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | θα αφηγηθώ |
| εσύ · you | θα αφηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αφηγηθεί |
| εμείς · we | θα αφηγηθούμε |
| εσείς · you | θα αφηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αφηγηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αφηγηθεί |
| εσύ · you | θα έχεις αφηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αφηγηθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αφηγηθεί |
| εσείς · you | θα έχετε αφηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αφηγηθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | να αφηγούμαι |
| εσύ · you | να αφηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αφηγείται |
| εμείς · we | να αφηγούμαστε |
| εσείς · you | να αφηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αφηγούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | να αφηγηθώ |
| εσύ · you | να αφηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αφηγηθεί |
| εμείς · we | να αφηγηθούμε |
| εσείς · you | να αφηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αφηγηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω αφηγηθεί |
| εσύ · you | να έχεις αφηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αφηγηθεί |
| εμείς · we | να έχουμε αφηγηθεί |
| εσείς · you | να έχετε αφηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αφηγηθεί |
Imperative · Προστακτική
Simple: αφηγήσου (singular); αφηγηθείτε (plural / polite).
Αφηγήσου μας τι έγινε. — Tell us what happened.
Continuous instruction: να αφηγείσαι (singular); να αφηγείστε (plural / polite). The affirmative plural imperative αφηγείστε also occurs.
Other forms · Άλλοι τύποι
Perfect participial construction: έχοντας αφηγηθεί · having recounted.
Present participle (formal): αφηγούμενος, αφηγούμενη, αφηγούμενο. For everyday phrasing, a clause with ενώ is often clearer: ενώ αφηγείται την ιστορία — while telling the story.
Invariant compound-tense form: αφηγηθεί, as in έχω αφηγηθεί. It is not an independently used infinitive.
Imperfect alternatives: αφηγούμαστε and αφηγούσαστε also occur for the first and second persons plural. Αφηγείτο (third-person singular) and αφηγούντο (third-person plural) are formal alternatives; the tables show everyday forms.
https://moderngreekverbs.com/afigoumai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.