Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ασχολούμαι — to engage in; to deal with; to spend time on
A deponent verb, normally followed by με. It does not simply mean “I am busy” in every context.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ασχολούμαι |
| εσύ — you | ασχολείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ασχολείται |
| εμείς — we | ασχολούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ασχολείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ασχολούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ασχολούμουν |
| εσύ — you | ασχολούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ασχολούνταν |
| εμείς — we | ασχολούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ασχολούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ασχολούνταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ασχολήθηκα |
| εσύ — you | ασχολήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ασχολήθηκε |
| εμείς — we | ασχοληθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ασχοληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ασχολήθηκαν, ασχοληθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω ασχοληθεί |
| εσύ — you | έχεις ασχοληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ασχοληθεί |
| εμείς — we | έχουμε ασχοληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ασχοληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ασχοληθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα ασχοληθεί |
| εσύ — you | είχες ασχοληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ασχοληθεί |
| εμείς — we | είχαμε ασχοληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ασχοληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ασχοληθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ασχολούμαι |
| εσύ — you | θα ασχολείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ασχολείται |
| εμείς — we | θα ασχολούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ασχολείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ασχολούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ασχοληθώ |
| εσύ — you | θα ασχοληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ασχοληθεί |
| εμείς — we | θα ασχοληθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ασχοληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ασχοληθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ασχοληθεί |
| εσύ — you | θα έχεις ασχοληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ασχοληθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ασχοληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ασχοληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ασχοληθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ασχολούμαι |
| εσύ — you | να ασχολείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ασχολείται |
| εμείς — we | να ασχολούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ασχολείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ασχολούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ασχοληθώ |
| εσύ — you | να ασχοληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ασχοληθεί |
| εμείς — we | να ασχοληθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ασχοληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ασχοληθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω ασχοληθεί |
| εσύ — you | να έχεις ασχοληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ασχοληθεί |
| εμείς — we | να έχουμε ασχοληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ασχοληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ασχοληθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: να ασχολείσαι / να ασχολείστε; direct plural ασχολείστε.
Simple: ασχολήσου (εσύ); ασχοληθείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: ασχολήθηκα; perfect: έχω ασχοληθεί.
- The imperfect includes ασχολούμουν, ασχολούσουν, ασχολούμασταν, ασχολούσασταν. Formal third-person variants ασχολείτο / ασχολούντο also occur.
- ασχολούμενος, ασχολούμενη, ασχολούμενο — engaged in (formal participle); έχοντας ασχοληθεί — having dealt with.
- Με τι ασχολείσαι; can ask about a profession or regular activity. For being busy right now, είμαι απασχολημένος / απασχολημένη is often clearer.
- Negative instructions: μην ασχολείσαι / μην ασχοληθείς.
Ασχολούμαι με τη φωτογραφία.
I am involved in photography.
Θα ασχοληθώ με το θέμα αύριο.
I will deal with the matter tomorrow.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ασχολούμαι.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/asxoloumai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/asxoloumai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →