αδυνατίζω — to lose weight, weaken

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αδυνατίζω · to lose weight; to become thinner; to weaken

Έχει αδυνατίσει. — He/she has lost weight.

Usage: Έχω αδυνατίσει is the perfect. Αδυνατισμένος, αδυνατισμένη, αδυνατισμένο describes a resulting state or appearance and is listed separately below.

Each table lists the six persons. Alternative forms are separated by commas; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαδυνατίζω
εσύ · youαδυνατίζεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαδυνατίζει
εμείς · weαδυνατίζουμε, αδυνατίζομε
εσείς · youαδυνατίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαδυνατίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαδυνάτιζα
εσύ · youαδυνάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαδυνάτιζε
εμείς · weαδυνατίζαμε
εσείς · youαδυνατίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαδυνάτιζαν, αδυνατίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαδυνάτισα
εσύ · youαδυνάτισες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαδυνάτισε
εμείς · weαδυνατίσαμε
εσείς · youαδυνατίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαδυνάτισαν, αδυνατίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iέχω αδυνατίσει
εσύ · youέχεις αδυνατίσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αδυνατίσει
εμείς · weέχουμε αδυνατίσει
εσείς · youέχετε αδυνατίσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αδυνατίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iείχα αδυνατίσει
εσύ · youείχες αδυνατίσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αδυνατίσει
εμείς · weείχαμε αδυνατίσει
εσείς · youείχατε αδυνατίσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αδυνατίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα αδυνατίζω
εσύ · youθα αδυνατίζεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αδυνατίζει
εμείς · weθα αδυνατίζουμε, θα αδυνατίζομε
εσείς · youθα αδυνατίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αδυνατίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα αδυνατίσω
εσύ · youθα αδυνατίσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αδυνατίσει
εμείς · weθα αδυνατίσουμε, θα αδυνατίσομε
εσείς · youθα αδυνατίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αδυνατίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα έχω αδυνατίσει
εσύ · youθα έχεις αδυνατίσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αδυνατίσει
εμείς · weθα έχουμε αδυνατίσει
εσείς · youθα έχετε αδυνατίσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αδυνατίσει

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα αδυνατίζω
εσύ · youνα αδυνατίζεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αδυνατίζει
εμείς · weνα αδυνατίζουμε, να αδυνατίζομε
εσείς · youνα αδυνατίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αδυνατίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα αδυνατίσω
εσύ · youνα αδυνατίσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αδυνατίσει
εμείς · weνα αδυνατίσουμε, να αδυνατίσομε
εσείς · youνα αδυνατίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αδυνατίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα έχω αδυνατίσει
εσύ · youνα έχεις αδυνατίσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αδυνατίσει
εμείς · weνα έχουμε αδυνατίσει
εσείς · youνα έχετε αδυνατίσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αδυνατίσει

Imperative · Προστακτική

PersonContinuous · ΕξακολουθητικήSimple · Συνοπτική
εσύ · you (singular)αδυνάτιζεαδυνάτισε
εσείς · you (plural / polite)αδυνατίζετεαδυνατίστε

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αδυνατίζοντας

Perfect participle: έχοντας αδυνατίσει

Adjectival participle: αδυνατισμένος, αδυνατισμένη, αδυνατισμένο; plural αδυνατισμένοι, αδυνατισμένες, αδυνατισμένα.

Invariant compound-tense form: αδυνατίσει, as in έχω αδυνατίσει. It is not an independently used infinitive.

Keep the stems distinct: θα αδυνατίζουμε expresses an ongoing/repeated process; θα αδυνατίσουμε presents it as a whole. The alternative endings -ομε / -σομε also occur; θα αδυνατίζομε belongs to the continuous future, not the simple future.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/adynatizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

1 thought on “αδυνατίζω — to lose weight, weaken”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /adynatizo/