Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
αρχίζω: core forms & usage
to begin; to start
The perfective stem changes ζ to σ: άρχισα, θα αρχίσω. It can describe starting something or something starting.
Το μάθημα αρχίζει στις έξι.
The lesson starts at six.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | αρχίζω |
| you (singular) | αρχίζεις |
| he / she / it | αρχίζει |
| we | αρχίζουμε, αρχίζομε |
| you (plural or polite) | αρχίζετε |
| they | αρχίζουν, αρχίζουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | άρχιζα |
| you (singular) | άρχιζες |
| he / she / it | άρχιζε |
| we | αρχίζαμε |
| you (plural or polite) | αρχίζατε |
| they | άρχιζαν, αρχίζαν, αρχίζανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | άρχισα |
| you (singular) | άρχισες |
| he / she / it | άρχισε |
| we | αρχίσαμε |
| you (plural or polite) | αρχίσατε |
| they | άρχισαν, αρχίσαν, αρχίσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα αρχίσω |
| you (singular) | θα αρχίσεις |
| he / she / it | θα αρχίσει |
| we | θα αρχίσουμε, θα αρχίσομε |
| you (plural or polite) | θα αρχίσετε |
| they | θα αρχίσουν, θα αρχίσουνε |
See this verb in use
Το μάθημα αρχίζει στις εννέα.
The lesson starts at nine.
Αρχίζω can describe something starting or someone starting something. Compare το μάθημα αρχίζει, the lesson starts, with αρχίζω το μάθημα, I start the lesson.
Compare the meanings: τελειώνω (teleiono) — to finish
αρχίζω — to begin; to start
Used transitively (αρχίζω μια δουλειά) or intransitively (το μάθημα αρχίζει).
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | αρχίζω |
| εσύ — you | αρχίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αρχίζει |
| εμείς — we | αρχίζουμε, αρχίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | αρχίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αρχίζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | άρχιζα |
| εσύ — you | άρχιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | άρχιζε |
| εμείς — we | αρχίζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | αρχίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | άρχιζαν, αρχίζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | άρχισα |
| εσύ — you | άρχισες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | άρχισε |
| εμείς — we | αρχίσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | αρχίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | άρχισαν, αρχίσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω αρχίσει |
| εσύ — you | έχεις αρχίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει αρχίσει |
| εμείς — we | έχουμε αρχίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε αρχίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν αρχίσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα αρχίσει |
| εσύ — you | είχες αρχίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε αρχίσει |
| εμείς — we | είχαμε αρχίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε αρχίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν αρχίσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα αρχίζω |
| εσύ — you | θα αρχίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αρχίζει |
| εμείς — we | θα αρχίζουμε, θα αρχίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αρχίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αρχίζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα αρχίσω |
| εσύ — you | θα αρχίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αρχίσει |
| εμείς — we | θα αρχίσουμε / θα αρχίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αρχίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αρχίσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω αρχίσει |
| εσύ — you | θα έχεις αρχίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει αρχίσει |
| εμείς — we | θα έχουμε αρχίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε αρχίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν αρχίσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να αρχίζω |
| εσύ — you | να αρχίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αρχίζει |
| εμείς — we | να αρχίζουμε, να αρχίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αρχίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αρχίζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να αρχίσω |
| εσύ — you | να αρχίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αρχίσει |
| εμείς — we | να αρχίσουμε, να αρχίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αρχίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αρχίσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω αρχίσει |
| εσύ — you | να έχεις αρχίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει αρχίσει |
| εμείς — we | να έχουμε αρχίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε αρχίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν αρχίσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: άρχιζε / αρχίζετε.
Simple: άρχισε (εσύ); αρχίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present stem: αρχιζ-; perfective stem: αρχισ-.
- Simple future plural: θα αρχίσουμε / θα αρχίσομε. Θα αρχίζομε uses the imperfective stem and is not an alternative simple-future form.
- αρχίζοντας — beginning; έχοντας αρχίσει — having begun.
- With να + a verb: άρχισα να διαβάζω — I began reading.
- Negative instructions: μην αρχίζεις / μην αρχίσεις; μην αρχίζετε / μην αρχίσετε.
Το μάθημα αρχίζει στις εννέα.
The lesson starts at nine.
Αρχίσαμε να μαθαίνουμε ελληνικά.
We began learning Greek.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αρχίζω.
https://moderngreekverbs.com/arxizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.