αδικώ — to treat unfairly

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αδικώ · to wrong; to treat unfairly
Passive: αδικούμαι · to be treated unfairly

Με αδικείς. — You are being unfair to me.

Compound tenses: Use έχω αδικήσει (I have treated someone unfairly) and έχω αδικηθεί (I have been treated unfairly). Είμαι αδικημένος/αδικημένη describes a state (I am wronged/disadvantaged). It is not automatically interchangeable with the passive perfect. Constructions with έχω + αδικημένο require an object and context; they are not listed as ordinary perfect-tense alternatives.

Each table lists the six persons. Parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαδικώαδικούμαι
εσύ · youαδικείςαδικείσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαδικείαδικείται
εμείς · weαδικούμεαδικούμαστε
εσείς · youαδικείτεαδικείστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαδικούν(ε)αδικούνται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαδικούσααδικούμουν
εσύ · youαδικούσεςαδικούσουν
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαδικούσεαδικούνταν
εμείς · weαδικούσαμεαδικούμασταν
εσείς · youαδικούσατεαδικούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαδικούσαν(ε)αδικούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαδίκησααδικήθηκα
εσύ · youαδίκησεςαδικήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαδίκησεαδικήθηκε
εμείς · weαδικήσαμεαδικηθήκαμε
εσείς · youαδικήσατεαδικηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαδίκησαν / αδικήσανεαδικήθηκαν / αδικηθήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αδικήσειέχω αδικηθεί
εσύ · youέχεις αδικήσειέχεις αδικηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αδικήσειέχει αδικηθεί
εμείς · weέχουμε αδικήσειέχουμε αδικηθεί
εσείς · youέχετε αδικήσειέχετε αδικηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αδικήσειέχουν αδικηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αδικήσειείχα αδικηθεί
εσύ · youείχες αδικήσειείχες αδικηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αδικήσειείχε αδικηθεί
εμείς · weείχαμε αδικήσειείχαμε αδικηθεί
εσείς · youείχατε αδικήσειείχατε αδικηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αδικήσειείχαν αδικηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αδικώθα αδικούμαι
εσύ · youθα αδικείςθα αδικείσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αδικείθα αδικείται
εμείς · weθα αδικούμεθα αδικούμαστε
εσείς · youθα αδικείτεθα αδικείστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αδικούν(ε)θα αδικούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αδικήσωθα αδικηθώ
εσύ · youθα αδικήσειςθα αδικηθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αδικήσειθα αδικηθεί
εμείς · weθα αδικήσουμεθα αδικηθούμε
εσείς · youθα αδικήσετεθα αδικηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αδικήσουν(ε)θα αδικηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αδικήσειθα έχω αδικηθεί
εσύ · youθα έχεις αδικήσειθα έχεις αδικηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αδικήσειθα έχει αδικηθεί
εμείς · weθα έχουμε αδικήσειθα έχουμε αδικηθεί
εσείς · youθα έχετε αδικήσειθα έχετε αδικηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αδικήσειθα έχουν αδικηθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αδικώνα αδικούμαι
εσύ · youνα αδικείςνα αδικείσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αδικείνα αδικείται
εμείς · weνα αδικούμενα αδικούμαστε
εσείς · youνα αδικείτενα αδικείστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αδικούν(ε)να αδικούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αδικήσωνα αδικηθώ
εσύ · youνα αδικήσειςνα αδικηθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αδικήσεινα αδικηθεί
εμείς · weνα αδικήσουμενα αδικηθούμε
εσείς · youνα αδικήσετενα αδικηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αδικήσουν(ε)να αδικηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αδικήσεινα έχω αδικηθεί
εσύ · youνα έχεις αδικήσεινα έχεις αδικηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αδικήσεινα έχει αδικηθεί
εμείς · weνα έχουμε αδικήσεινα έχουμε αδικηθεί
εσείς · youνα έχετε αδικήσεινα έχετε αδικηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αδικήσεινα έχουν αδικηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple active imperative: αδίκησε (singular), αδικήστε (plural / polite). Αδικήσετε belongs in να/θα αδικήσετε; it is not the affirmative imperative.

Natural negative instructions: Μην αδικείς τους άλλους. — Do not treat others unfairly. Μην αδικήσετε αυτόν τον άνθρωπο. — Do not wrong this person. Passive commands such as αδικήσου / αδικηθείτε are grammatically formed but unusual as everyday instructions; they are not recommended as model phrases.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αδικώντας

Perfect participle: έχοντας αδικήσει; passive έχοντας αδικηθεί

Passive participle: αδικημένος, αδικημένη, αδικημένο; plural αδικημένοι, αδικημένες, αδικημένα.

Invariant compound-tense forms: αδικήσει / αδικηθεί. They are not independently used infinitives.

Formal alternatives: αδικείτο (third-person singular imperfect) and αδικούντο (third-person plural imperfect) occur in formal writing. The tables give everyday forms. You may also encounter να/θα αδικήσομε alongside να/θα αδικήσουμε.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/adiko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /adiko/