Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
ακολουθώ · to follow
Passive: ακολουθούμαι.
Ακολουθείται η ίδια διαδικασία. — The same procedure is followed.
Alternative present pattern: ακολουθάω, ακολουθάς is also used. This page follows ακολουθώ, ακολουθείς. See also the -άω pattern.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ακολουθώ, ακολουθάω | ακολουθούμαι |
| εσύ · you | ακολουθείς | ακολουθείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ακολουθεί | ακολουθείται |
| εμείς · we | ακολουθούμε | ακολουθούμαστε |
| εσείς · you | ακολουθείτε | ακολουθείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ακολουθούν(ε) | ακολουθούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ακολουθούσα | ακολουθούμουν |
| εσύ · you | ακολουθούσες | ακολουθούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ακολουθούσε | ακολουθούνταν |
| εμείς · we | ακολουθούσαμε | ακολουθούμασταν |
| εσείς · you | ακολουθούσατε | ακολουθούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ακολουθούσαν(ε) | ακολουθούνταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ακολούθησα | ακολουθήθηκα |
| εσύ · you | ακολούθησες | ακολουθήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ακολούθησε | ακολουθήθηκε |
| εμείς · we | ακολουθήσαμε | ακολουθηθήκαμε |
| εσείς · you | ακολουθήσατε | ακολουθηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ακολούθησαν, ακολουθήσαν(ε) | ακολουθήθηκαν, ακολουθηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω ακολουθήσει | έχω ακολουθηθεί |
| εσύ · you | έχεις ακολουθήσει | έχεις ακολουθηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ακολουθήσει | έχει ακολουθηθεί |
| εμείς · we | έχουμε ακολουθήσει | έχουμε ακολουθηθεί |
| εσείς · you | έχετε ακολουθήσει | έχετε ακολουθηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ακολουθήσει | έχουν ακολουθηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα ακολουθήσει | είχα ακολουθηθεί |
| εσύ · you | είχες ακολουθήσει | είχες ακολουθηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ακολουθήσει | είχε ακολουθηθεί |
| εμείς · we | είχαμε ακολουθήσει | είχαμε ακολουθηθεί |
| εσείς · you | είχατε ακολουθήσει | είχατε ακολουθηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ακολουθήσει | είχαν ακολουθηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ακολουθώ | θα ακολουθούμαι |
| εσύ · you | θα ακολουθείς | θα ακολουθείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ακολουθεί | θα ακολουθείται |
| εμείς · we | θα ακολουθούμε | θα ακολουθούμαστε |
| εσείς · you | θα ακολουθείτε | θα ακολουθείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ακολουθούν(ε) | θα ακολουθούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ακολουθήσω | θα ακολουθηθώ |
| εσύ · you | θα ακολουθήσεις | θα ακολουθηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ακολουθήσει | θα ακολουθηθεί |
| εμείς · we | θα ακολουθήσουμε | θα ακολουθηθούμε |
| εσείς · you | θα ακολουθήσετε | θα ακολουθηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ακολουθήσουν(ε) | θα ακολουθηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ακολουθήσει | θα έχω ακολουθηθεί |
| εσύ · you | θα έχεις ακολουθήσει | θα έχεις ακολουθηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ακολουθήσει | θα έχει ακολουθηθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε ακολουθήσει | θα έχουμε ακολουθηθεί |
| εσείς · you | θα έχετε ακολουθήσει | θα έχετε ακολουθηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ακολουθήσει | θα έχουν ακολουθηθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ακολουθώ | να ακολουθούμαι |
| εσύ · you | να ακολουθείς | να ακολουθείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ακολουθεί | να ακολουθείται |
| εμείς · we | να ακολουθούμε | να ακολουθούμαστε |
| εσείς · you | να ακολουθείτε | να ακολουθείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ακολουθούν(ε) | να ακολουθούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ακολουθήσω | να ακολουθηθώ |
| εσύ · you | να ακολουθήσεις | να ακολουθηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ακολουθήσει | να ακολουθηθεί |
| εμείς · we | να ακολουθήσουμε, να ακολουθήσομε | να ακολουθηθούμε |
| εσείς · you | να ακολουθήσετε | να ακολουθηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ακολουθήσουν(ε) | να ακολουθηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω ακολουθήσει | να έχω ακολουθηθεί |
| εσύ · you | να έχεις ακολουθήσει | να έχεις ακολουθηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ακολουθήσει | να έχει ακολουθηθεί |
| εμείς · we | να έχουμε ακολουθήσει | να έχουμε ακολουθηθεί |
| εσείς · you | να έχετε ακολουθήσει | να έχετε ακολουθηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ακολουθήσει | να έχουν ακολουθηθεί |
Imperative · Προστακτική
Simple active: ακολούθησε / ακολουθήστε.
Ακολουθήστε τις οδηγίες. — Follow the instructions.
Continuous active: ακολούθα / ακολουθείτε; ακολουθάτε belongs to the alternative -άω pattern.
Ακολουθήστε is the affirmative plural imperative; να ακολουθήσετε is subjunctive. Passive commands ακολουθήσου / ακολουθηθείτε are context-dependent and unusual in everyday instructions.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participles: ακολουθώντας; formal passive ακολουθούμενος, ακολουθούμενη, ακολουθούμενο.
Perfect participial constructions: έχοντας ακολουθήσει / έχοντας ακολουθηθεί.
Invariant compound-tense forms: ακολουθήσει / ακολουθηθεί; not independently used infinitives.
Formal imperfect: ακολουθείτο (third-person singular), ακολουθούντο (third-person plural). These belong to formal writing; the tables give everyday forms.
https://moderngreekverbs.com/akoloutho/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
1 thought on “ακολουθώ — to follow”
Comments are closed.