Anaxoro | ΑΝΑΧΩΡΩ

/, Α/Anaxoro | ΑΝΑΧΩΡΩ

Anaxoro | ΑΝΑΧΩΡΩ

ΑΝΑΧΩΡΩ
I depart
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
αναχωρώ αναχωρούμε
αναχωρείς αναχωρείτε
αναχωρεί αναχωρούν(ε)
Imper
fect
αναχωρούσα αναχωρούσαμε
αναχωρούσες αναχωρούσατε
αναχωρούσε αναχωρούσαν(ε)
Aorist αναχώρησα αναχωρήσαμε
αναχώρησες αναχωρήσατε
αναχώρησε αναχώρησαν, αναχωρήσαν(ε)
Perf
ect
έχω αναχωρήσει έχουμε αναχωρήσει
έχεις αναχωρήσει έχετε αναχωρήσει
έχει αναχωρήσει έχουν αναχωρήσει
Plu
perf
ect
είχα αναχωρήσει είχαμε αναχωρήσει
είχες αναχωρήσει είχατε αναχωρήσει
είχε αναχωρήσει είχαν αναχωρήσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα αναχωρώ θα αναχωρούμε
θα αναχωρείς θα αναχωρείτε
θα αναχωρεί θα αναχωρούν(ε)
Simp
Fut
θα αναχωρήσω θα αναχωρήσουμε
θα αναχωρήσεις θα αναχωρήσετε
θα αναχωρήσει θα αναχωρήσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω αναχωρήσει θα έχουμε αναχωρήσει
θα έχεις αναχωρήσει θα έχετε αναχωρήσει
θα έχει αναχωρήσει θα έχουν αναχωρήσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να αναχωρώ να αναχωρούμε
να αναχωρείς να αναχωρείτε
να αναχωρεί να αναχωρούν(ε)
Aorist να αναχωρήσω να αναχωρήσουμε, να αναχωρήσομε
να αναχωρήσεις να αναχωρήσετε
να αναχωρήσει να αναχωρήσουν(ε)
Perf να έχω αναχωρήσει να έχουμε αναχωρήσει
να έχεις αναχωρήσει να έχετε αναχωρήσει
να έχει αναχωρήσει να έχουν αναχωρήσει
Imper
ative
Pres αναχωρείτε
Aorist αναχώρησε αναχωρήστε, αναχωρήσετε
Part
iciple
Pres αναχωρώντας
Perf έχοντας αναχωρήσει
Infin Aorist αναχωρήσει

 

2017-03-22T01:54:00+00:00