Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
Modern Greek verb conjugation
αναχωρώ · to depart; to leave
Το τρένο αναχωρεί στις οκτώ. — The train departs at eight.
Register: Common for travel, departures and announcements. In ordinary conversation, φεύγω is often the more natural word for leaving.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αναχωρώ |
| εσύ · you | αναχωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναχωρεί |
| εμείς · we | αναχωρούμε |
| εσείς · you | αναχωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναχωρούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αναχωρούσα |
| εσύ · you | αναχωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναχωρούσε |
| εμείς · we | αναχωρούσαμε |
| εσείς · you | αναχωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναχωρούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αναχώρησα |
| εσύ · you | αναχώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναχώρησε |
| εμείς · we | αναχωρήσαμε |
| εσείς · you | αναχωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναχώρησαν, αναχωρήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω αναχωρήσει |
| εσύ · you | έχεις αναχωρήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναχωρήσει |
| εμείς · we | έχουμε αναχωρήσει |
| εσείς · you | έχετε αναχωρήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναχωρήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα αναχωρήσει |
| εσύ · you | είχες αναχωρήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναχωρήσει |
| εμείς · we | είχαμε αναχωρήσει |
| εσείς · you | είχατε αναχωρήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναχωρήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αναχωρώ |
| εσύ · you | θα αναχωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναχωρεί |
| εμείς · we | θα αναχωρούμε |
| εσείς · you | θα αναχωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναχωρούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αναχωρήσω |
| εσύ · you | θα αναχωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναχωρήσει |
| εμείς · we | θα αναχωρήσουμε |
| εσείς · you | θα αναχωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναχωρήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναχωρήσει |
| εσύ · you | θα έχεις αναχωρήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναχωρήσει |
| εμείς · we | θα έχουμε αναχωρήσει |
| εσείς · you | θα έχετε αναχωρήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναχωρήσει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αναχωρώ |
| εσύ · you | να αναχωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναχωρεί |
| εμείς · we | να αναχωρούμε |
| εσείς · you | να αναχωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναχωρούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αναχωρήσω |
| εσύ · you | να αναχωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναχωρήσει |
| εμείς · we | να αναχωρήσουμε, να αναχωρήσομε |
| εσείς · you | να αναχωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναχωρήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναχωρήσει |
| εσύ · you | να έχεις αναχωρήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναχωρήσει |
| εμείς · we | να έχουμε αναχωρήσει |
| εσείς · you | να έχετε αναχωρήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναχωρήσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous plural: αναχωρείτε.
Simple: αναχώρησε / αναχωρήστε.
Αναχωρήσετε follows να/θα; the affirmative plural command is αναχωρήστε.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αναχωρώντας.
Perfect participial construction: έχοντας αναχωρήσει.
Invariant compound-tense form: αναχωρήσει; not independently used infinitives.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anaxoro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/anaxoro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.