Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αυξάνω · to increase; to raise
Passive: αυξάνομαι · to increase; to be increased.
Οι τιμές αυξάνονται. — Prices are rising.
Perfect versus state: έχει αυξηθεί means has increased; είναι αυξημένος/αυξημένη/αυξημένο describes a raised or increased level. The tables give the compound tense; the participle is listed separately.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αυξάνω | αυξάνομαι |
| εσύ · you | αυξάνεις | αυξάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αυξάνει | αυξάνεται |
| εμείς · we | αυξάνουμε, αυξάνομε | αυξανόμαστε |
| εσείς · you | αυξάνετε | αυξάνεστε, αυξανόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αυξάνουν(ε) | αυξάνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αύξανα | αυξανόμουν(α) |
| εσύ · you | αύξανες | αυξανόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αύξανε | αυξανόταν(ε) |
| εμείς · we | αυξάναμε | αυξανόμαστε, αυξανόμασταν |
| εσείς · you | αυξάνατε | αυξανόσαστε, αυξανόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αύξαναν, αυξάναν(ε) | αυξάνονταν, αυξανόντανε, αυξανόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αύξησα | αυξήθηκα |
| εσύ · you | αύξησες | αυξήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αύξησε | αυξήθηκε |
| εμείς · we | αυξήσαμε | αυξηθήκαμε |
| εσείς · you | αυξήσατε | αυξηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αύξησαν, αυξήσαν(ε) | αυξήθηκαν, αυξηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αυξήσει | έχω αυξηθεί |
| εσύ · you | έχεις αυξήσει | έχεις αυξηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αυξήσει | έχει αυξηθεί |
| εμείς · we | έχουμε αυξήσει | έχουμε αυξηθεί |
| εσείς · you | έχετε αυξήσει | έχετε αυξηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αυξήσει | έχουν αυξηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αυξήσει | είχα αυξηθεί |
| εσύ · you | είχες αυξήσει | είχες αυξηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αυξήσει | είχε αυξηθεί |
| εμείς · we | είχαμε αυξήσει | είχαμε αυξηθεί |
| εσείς · you | είχατε αυξήσει | είχατε αυξηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αυξήσει | είχαν αυξηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αυξάνω | θα αυξάνομαι |
| εσύ · you | θα αυξάνεις | θα αυξάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αυξάνει | θα αυξάνεται |
| εμείς · we | θα αυξάνουμε, θα αυξάνομε | θα αυξανόμαστε |
| εσείς · you | θα αυξάνετε | θα αυξάνεστε, θα αυξανόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αυξάνουν(ε) | θα αυξάνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αυξήσω | θα αυξηθώ |
| εσύ · you | θα αυξήσεις | θα αυξηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αυξήσει | θα αυξηθεί |
| εμείς · we | θα αυξήσουμε, θα αυξήσομε | θα αυξηθούμε |
| εσείς · you | θα αυξήσετε | θα αυξηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αυξήσουν(ε) | θα αυξηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αυξήσει | θα έχω αυξηθεί |
| εσύ · you | θα έχεις αυξήσει | θα έχεις αυξηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αυξήσει | θα έχει αυξηθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αυξήσει | θα έχουμε αυξηθεί |
| εσείς · you | θα έχετε αυξήσει | θα έχετε αυξηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αυξήσει | θα έχουν αυξηθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αυξάνω | να αυξάνομαι |
| εσύ · you | να αυξάνεις | να αυξάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αυξάνει | να αυξάνεται |
| εμείς · we | να αυξάνουμε, να αυξάνομε | να αυξανόμαστε |
| εσείς · you | να αυξάνετε | να αυξάνεστε, να αυξανόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αυξάνουν(ε) | να αυξάνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αυξήσω | να αυξηθώ |
| εσύ · you | να αυξήσεις | να αυξηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αυξήσει | να αυξηθεί |
| εμείς · we | να αυξήσουμε, να αυξήσομε | να αυξηθούμε |
| εσείς · you | να αυξήσετε | να αυξηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αυξήσουν(ε) | να αυξηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αυξήσει | να έχω αυξηθεί |
| εσύ · you | να έχεις αυξήσει | να έχεις αυξηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αυξήσει | να έχει αυξηθεί |
| εμείς · we | να έχουμε αυξήσει | να έχουμε αυξηθεί |
| εσείς · you | να έχετε αυξήσει | να έχετε αυξηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αυξήσει | να έχουν αυξηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: αύξανε / αυξάνετε.
Simple active: αύξησε / αυξήστε.
Αύξησε λίγο την ένταση. — Turn the volume up a little.
Passive simple forms: αυξήσου / αυξηθείτε. These need a suitable context and are much less usual as standalone commands.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participles: αυξάνοντας; αυξανόμενος, αυξανόμενη, αυξανόμενο (increasing).
Perfect participial constructions: έχοντας αυξήσει / έχοντας αυξηθεί.
Result/state participle: αυξημένος, αυξημένη, αυξημένο; plural αυξημένοι, αυξημένες, αυξημένα.
Invariant compound-tense forms: αυξήσει / αυξηθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/afksano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
1 thought on “αυξάνω — to increase, raise”
Comments are closed.