Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αφομοιώνω · to assimilate; to absorb
Passive: αφομοιώνομαι.
Οι μαθητές αφομοιώνουν τις νέες γνώσεις. — The students absorb the new knowledge.
Compound tenses: έχω αφομοιώσει / έχω αφομοιωθεί are the perfect forms. Constructions with είμαι αφομοιωμένος describe a state; έχω + αφομοιωμένο needs an object and context. They are not interchangeable tense alternatives.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αφομοιώνω | αφομοιώνομαι |
| εσύ · you | αφομοιώνεις | αφομοιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αφομοιώνει | αφομοιώνεται |
| εμείς · we | αφομοιώνουμε, αφομοιώνομε | αφομοιωνόμαστε |
| εσείς · you | αφομοιώνετε | αφομοιώνεστε, αφομοιωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αφομοιώνουν(ε) | αφομοιώνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αφομοίωνα | αφομοιωνόμουν(α) |
| εσύ · you | αφομοίωνες | αφομοιωνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αφομοίωνε | αφομοιωνόταν(ε) |
| εμείς · we | αφομοιώναμε | αφομοιωνόμαστε, αφομοιωνόμασταν |
| εσείς · you | αφομοιώνατε | αφομοιωνόσαστε, αφομοιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αφομοίωναν, αφομοιώναν(ε) | αφομοιώνονταν, αφομοιωνόντανε, αφομοιωνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αφομοίωσα | αφομοιώθηκα |
| εσύ · you | αφομοίωσες | αφομοιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αφομοίωσε | αφομοιώθηκε |
| εμείς · we | αφομοιώσαμε | αφομοιωθήκαμε |
| εσείς · you | αφομοιώσατε | αφομοιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αφομοίωσαν, αφομοιώσαν(ε) | αφομοιώθηκαν, αφομοιωθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αφομοιώσει | έχω αφομοιωθεί |
| εσύ · you | έχεις αφομοιώσει | έχεις αφομοιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αφομοιώσει | έχει αφομοιωθεί |
| εμείς · we | έχουμε αφομοιώσει | έχουμε αφομοιωθεί |
| εσείς · you | έχετε αφομοιώσει | έχετε αφομοιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αφομοιώσει | έχουν αφομοιωθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αφομοιώσει | είχα αφομοιωθεί |
| εσύ · you | είχες αφομοιώσει | είχες αφομοιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αφομοιώσει | είχε αφομοιωθεί |
| εμείς · we | είχαμε αφομοιώσει | είχαμε αφομοιωθεί |
| εσείς · you | είχατε αφομοιώσει | είχατε αφομοιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αφομοιώσει | είχαν αφομοιωθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αφομοιώνω | θα αφομοιώνομαι |
| εσύ · you | θα αφομοιώνεις | θα αφομοιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αφομοιώνει | θα αφομοιώνεται |
| εμείς · we | θα αφομοιώνουμε, θα αφομοιώνομε | θα αφομοιωνόμαστε |
| εσείς · you | θα αφομοιώνετε | θα αφομοιώνεστε, θα αφομοιωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αφομοιώνουν(ε) | θα αφομοιώνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αφομοιώσω | θα αφομοιωθώ |
| εσύ · you | θα αφομοιώσεις | θα αφομοιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αφομοιώσει | θα αφομοιωθεί |
| εμείς · we | θα αφομοιώσουμε, θα αφομοιώσομε | θα αφομοιωθούμε |
| εσείς · you | θα αφομοιώσετε | θα αφομοιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αφομοιώσουν | θα αφομοιωθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αφομοιώσει | θα έχω αφομοιωθεί |
| εσύ · you | θα έχεις αφομοιώσει | θα έχεις αφομοιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αφομοιώσει | θα έχει αφομοιωθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αφομοιώσει | θα έχουμε αφομοιωθεί |
| εσείς · you | θα έχετε αφομοιώσει | θα έχετε αφομοιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αφομοιώσει | θα έχουν αφομοιωθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αφομοιώνω | να αφομοιώνομαι |
| εσύ · you | να αφομοιώνεις | να αφομοιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αφομοιώνει | να αφομοιώνεται |
| εμείς · we | να αφομοιώνουμε, να αφομοιώνομε | να αφομοιωνόμαστε |
| εσείς · you | να αφομοιώνετε | να αφομοιώνεστε, να αφομοιωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αφομοιώνουν(ε) | να αφομοιώνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αφομοιώσω | να αφομοιωθώ |
| εσύ · you | να αφομοιώσεις | να αφομοιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αφομοιώσει | να αφομοιωθεί |
| εμείς · we | να αφομοιώσουμε, να αφομοιώσομε | να αφομοιωθούμε |
| εσείς · you | να αφομοιώσετε | να αφομοιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αφομοιώσουν(ε) | να αφομοιωθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αφομοιώσει | να έχω αφομοιωθεί |
| εσύ · you | να έχεις αφομοιώσει | να έχεις αφομοιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αφομοιώσει | να έχει αφομοιωθεί |
| εμείς · we | να έχουμε αφομοιώσει | να έχουμε αφομοιωθεί |
| εσείς · you | να έχετε αφομοιώσει | να έχετε αφομοιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αφομοιώσει | να έχουν αφομοιωθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: αφομοίωνε / αφομοιώνετε.
Simple active: αφομοίωσε / αφομοιώστε.
Αφομοιώσετε occurs after να/θα; the affirmative plural imperative is αφομοιώστε. Passive imperative forms αφομοιώσου / αφομοιωθείτε require a suitable context and are less usual as everyday commands.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αφομοιώνοντας.
Perfect participial constructions: έχοντας αφομοιώσει / έχοντας αφομοιωθεί.
Passive participle: αφομοιωμένος, αφομοιωμένη, αφομοιωμένο; plural αφομοιωμένοι, αφομοιωμένες, αφομοιωμένα.
Invariant compound-tense forms: αφομοιώσει / αφομοιωθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/afomoiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.