Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

αφομοιώνω — to assimilate, absorb

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αφομοιώνω · to assimilate; to absorb

Passive: αφομοιώνομαι.

Οι μαθητές αφομοιώνουν τις νέες γνώσεις. — The students absorb the new knowledge.

Compound tenses: έχω αφομοιώσει / έχω αφομοιωθεί are the perfect forms. Constructions with είμαι αφομοιωμένος describe a state; έχω + αφομοιωμένο needs an object and context. They are not interchangeable tense alternatives.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαφομοιώνωαφομοιώνομαι
εσύ · youαφομοιώνειςαφομοιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαφομοιώνειαφομοιώνεται
εμείς · weαφομοιώνουμε, αφομοιώνομεαφομοιωνόμαστε
εσείς · youαφομοιώνετεαφομοιώνεστε, αφομοιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαφομοιώνουν(ε)αφομοιώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαφομοίωνααφομοιωνόμουν(α)
εσύ · youαφομοίωνεςαφομοιωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαφομοίωνεαφομοιωνόταν(ε)
εμείς · weαφομοιώναμεαφομοιωνόμαστε, αφομοιωνόμασταν
εσείς · youαφομοιώνατεαφομοιωνόσαστε, αφομοιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαφομοίωναν, αφομοιώναν(ε)αφομοιώνονταν, αφομοιωνόντανε, αφομοιωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαφομοίωσααφομοιώθηκα
εσύ · youαφομοίωσεςαφομοιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαφομοίωσεαφομοιώθηκε
εμείς · weαφομοιώσαμεαφομοιωθήκαμε
εσείς · youαφομοιώσατεαφομοιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαφομοίωσαν, αφομοιώσαν(ε)αφομοιώθηκαν, αφομοιωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αφομοιώσειέχω αφομοιωθεί
εσύ · youέχεις αφομοιώσειέχεις αφομοιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αφομοιώσειέχει αφομοιωθεί
εμείς · weέχουμε αφομοιώσειέχουμε αφομοιωθεί
εσείς · youέχετε αφομοιώσειέχετε αφομοιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αφομοιώσειέχουν αφομοιωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αφομοιώσειείχα αφομοιωθεί
εσύ · youείχες αφομοιώσειείχες αφομοιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αφομοιώσειείχε αφομοιωθεί
εμείς · weείχαμε αφομοιώσειείχαμε αφομοιωθεί
εσείς · youείχατε αφομοιώσειείχατε αφομοιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αφομοιώσειείχαν αφομοιωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αφομοιώνωθα αφομοιώνομαι
εσύ · youθα αφομοιώνειςθα αφομοιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αφομοιώνειθα αφομοιώνεται
εμείς · weθα αφομοιώνουμε, θα αφομοιώνομεθα αφομοιωνόμαστε
εσείς · youθα αφομοιώνετεθα αφομοιώνεστε, θα αφομοιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αφομοιώνουν(ε)θα αφομοιώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αφομοιώσωθα αφομοιωθώ
εσύ · youθα αφομοιώσειςθα αφομοιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αφομοιώσειθα αφομοιωθεί
εμείς · weθα αφομοιώσουμε, θα αφομοιώσομεθα αφομοιωθούμε
εσείς · youθα αφομοιώσετεθα αφομοιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αφομοιώσουνθα αφομοιωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αφομοιώσειθα έχω αφομοιωθεί
εσύ · youθα έχεις αφομοιώσειθα έχεις αφομοιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αφομοιώσειθα έχει αφομοιωθεί
εμείς · weθα έχουμε αφομοιώσειθα έχουμε αφομοιωθεί
εσείς · youθα έχετε αφομοιώσειθα έχετε αφομοιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αφομοιώσειθα έχουν αφομοιωθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αφομοιώνωνα αφομοιώνομαι
εσύ · youνα αφομοιώνειςνα αφομοιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αφομοιώνεινα αφομοιώνεται
εμείς · weνα αφομοιώνουμε, να αφομοιώνομενα αφομοιωνόμαστε
εσείς · youνα αφομοιώνετενα αφομοιώνεστε, να αφομοιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αφομοιώνουν(ε)να αφομοιώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αφομοιώσωνα αφομοιωθώ
εσύ · youνα αφομοιώσειςνα αφομοιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αφομοιώσεινα αφομοιωθεί
εμείς · weνα αφομοιώσουμε, να αφομοιώσομενα αφομοιωθούμε
εσείς · youνα αφομοιώσετενα αφομοιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αφομοιώσουν(ε)να αφομοιωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αφομοιώσεινα έχω αφομοιωθεί
εσύ · youνα έχεις αφομοιώσεινα έχεις αφομοιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αφομοιώσεινα έχει αφομοιωθεί
εμείς · weνα έχουμε αφομοιώσεινα έχουμε αφομοιωθεί
εσείς · youνα έχετε αφομοιώσεινα έχετε αφομοιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αφομοιώσεινα έχουν αφομοιωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: αφομοίωνε / αφομοιώνετε.

Simple active: αφομοίωσε / αφομοιώστε.

Αφομοιώσετε occurs after να/θα; the affirmative plural imperative is αφομοιώστε. Passive imperative forms αφομοιώσου / αφομοιωθείτε require a suitable context and are less usual as everyday commands.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αφομοιώνοντας.

Perfect participial constructions: έχοντας αφομοιώσει / έχοντας αφομοιωθεί.

Passive participle: αφομοιωμένος, αφομοιωμένη, αφομοιωμένο; plural αφομοιωμένοι, αφομοιωμένες, αφομοιωμένα.

Invariant compound-tense forms: αφομοιώσει / αφομοιωθεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/afomoiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /afomoiono/