Modern Greek verb conjugation
αγανακτώ · to be indignant; to be exasperated
Αγανάκτησα με την αδικία. — I was indignant at the injustice.
Alternative form: αγαναχτώ is also used. The tables on this page follow αγανακτώ consistently.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αγανακτώ |
| εσύ · you | αγανακτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγανακτεί |
| εμείς · we | αγανακτούμε |
| εσείς · you | αγανακτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγανακτούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αγανακτούσα |
| εσύ · you | αγανακτούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγανακτούσε |
| εμείς · we | αγανακτούσαμε |
| εσείς · you | αγανακτούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγανακτούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αγανάκτησα |
| εσύ · you | αγανάκτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγανάκτησε |
| εμείς · we | αγανακτήσαμε |
| εσείς · you | αγανακτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγανάκτησαν, αγανακτήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω αγανακτήσει |
| εσύ · you | έχεις αγανακτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αγανακτήσει |
| εμείς · we | έχουμε αγανακτήσει |
| εσείς · you | έχετε αγανακτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αγανακτήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα αγανακτήσει |
| εσύ · you | είχες αγανακτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αγανακτήσει |
| εμείς · we | είχαμε αγανακτήσει |
| εσείς · you | είχατε αγανακτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αγανακτήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αγανακτώ |
| εσύ · you | θα αγανακτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αγανακτεί |
| εμείς · we | θα αγανακτούμε |
| εσείς · you | θα αγανακτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αγανακτούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αγανακτήσω |
| εσύ · you | θα αγανακτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αγανακτήσει |
| εμείς · we | θα αγανακτήσουμε |
| εσείς · you | θα αγανακτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αγανακτήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αγανακτήσει |
| εσύ · you | θα έχεις αγανακτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αγανακτήσει |
| εμείς · we | θα έχουμε αγανακτήσει |
| εσείς · you | θα έχετε αγανακτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αγανακτήσει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αγανακτώ |
| εσύ · you | να αγανακτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αγανακτεί |
| εμείς · we | να αγανακτούμε |
| εσείς · you | να αγανακτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αγανακτούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αγανακτήσω |
| εσύ · you | να αγανακτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αγανακτήσει |
| εμείς · we | να αγανακτήσουμε, να αγανακτήσομε |
| εσείς · you | να αγανακτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αγανακτήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω αγανακτήσει |
| εσύ · you | να έχεις αγανακτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αγανακτήσει |
| εμείς · we | να έχουμε αγανακτήσει |
| εσείς · you | να έχετε αγανακτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αγανακτήσει |
Imperative · Προστακτική
Simple imperative: αγανάκτησε / αγανακτήστε. These are possible but less usual than a statement or a negative instruction.
Μην αγανακτείς με το παραμικρό. — Do not get exasperated at the slightest thing.
Αγανακτήσετε belongs after να/θα; it is not the affirmative plural imperative.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αγανακτώντας.
Perfect participial construction: έχοντας αγανακτήσει.
Adjectival participle: αγανακτισμένος, αγανακτισμένη, αγανακτισμένο; plural αγανακτισμένοι, αγανακτισμένες, αγανακτισμένα. Είμαι αγανακτισμένος/αγανακτισμένη means I am indignant/exasperated; it describes a state rather than serving as an automatic substitute for έχω αγανακτήσει.
Invariant compound-tense form: αγανακτήσει; not an independently used infinitive.
https://moderngreekverbs.com/aganakto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
2 thoughts on “αγανακτώ (aganakto) — to be indignant, exasperated”
Comments are closed.