απορώ (aporo) — to wonder, be puzzled

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

απορώ — to wonder; to be puzzled or surprised

Often followed by πώς, γιατί or another indirect question.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I απορώ
εσύ — you απορείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απορεί
εμείς — we απορούμε
εσείς — you (plural / polite) απορείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απορούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I απορούσα
εσύ — you απορούσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απορούσε
εμείς — we απορούσαμε
εσείς — you (plural / polite) απορούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απορούσαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I απόρησα
εσύ — you απόρησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απόρησε
εμείς — we απορήσαμε
εσείς — you (plural / polite) απορήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απόρησαν, απορήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω απορήσει
εσύ — you έχεις απορήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει απορήσει
εμείς — we έχουμε απορήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε απορήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν απορήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα απορήσει
εσύ — you είχες απορήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε απορήσει
εμείς — we είχαμε απορήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε απορήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν απορήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα απορώ
εσύ — you θα απορείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απορεί
εμείς — we θα απορούμε
εσείς — you (plural / polite) θα απορείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απορούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα απορήσω
εσύ — you θα απορήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απορήσει
εμείς — we θα απορήσουμε
εσείς — you (plural / polite) θα απορήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απορήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω απορήσει
εσύ — you θα έχεις απορήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει απορήσει
εμείς — we θα έχουμε απορήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε απορήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν απορήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να απορώ
εσύ — you να απορείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απορεί
εμείς — we να απορούμε
εσείς — you (plural / polite) να απορείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απορούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να απορήσω
εσύ — you να απορήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απορήσει
εμείς — we να απορήσουμε, να απορήσομε
εσείς — you (plural / polite) να απορήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απορήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω απορήσει
εσύ — you να έχεις απορήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει απορήσει
εμείς — we να έχουμε απορήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε απορήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν απορήσει

Imperative · Προστακτική

Direct commands are unusual. For a continuing attitude use a να-construction: να απορείς / να απορείτε.

Simple: απόρησε (εσύ); απορήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • απορώντας — wondering; έχοντας απορήσει — having wondered.
  • απορημένος, απορημένη, απορημένο means puzzled or surprised and agrees with its noun or subject. It is a state, not a passive tense series.
  • The perfect is έχω απορήσει. Direct plural imperative: απορήστε; απορήσετε requires θα, να or μην.
  • Common negative expression: μην απορείς / μην απορήσεις — do not be surprised.

Απορώ γιατί δεν απάντησε.

I wonder why he or she did not reply.

Με κοίταξε απορημένη.

She looked at me in puzzlement.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απορώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/aporo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /aporo/