Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
αποσυνδέω — to disconnect
αποσυνδέομαι — to become disconnected; to log out.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποσυνδέω | αποσυνδέομαι |
| εσύ — you | αποσυνδέεις | αποσυνδέεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποσυνδέει | αποσυνδέεται |
| εμείς — we | αποσυνδέουμε, αποσυνδέομε | αποσυνδεόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποσυνδέετε | αποσυνδέεστε, αποσυνδεόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποσυνδέουν(ε) | αποσυνδέονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποσύνδεα | αποσυνδεόμουν(α) |
| εσύ — you | αποσύνδεες | αποσυνδεόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποσύνδεε | αποσυνδεόταν(ε) |
| εμείς — we | αποσυνδέαμε | αποσυνδεόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | αποσυνδέατε | αποσυνδεόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποσύνδεαν / αποσυνδέανε | αποσυνδέονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποσύνδεσα | αποσυνδέθηκα |
| εσύ — you | αποσύνδεσες | αποσυνδέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποσύνδεσε | αποσυνδέθηκε |
| εμείς — we | αποσυνδέσαμε | αποσυνδεθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποσυνδέσατε | αποσυνδεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποσύνδεσαν, αποσυνδέσαν(ε) | αποσυνδέθηκαν, αποσυνδεθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω αποσυνδέσει | έχω αποσυνδεθεί |
| εσύ — you | έχεις αποσυνδέσει | έχεις αποσυνδεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει αποσυνδέσει | έχει αποσυνδεθεί |
| εμείς — we | έχουμε αποσυνδέσει | έχουμε αποσυνδεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε αποσυνδέσει | έχετε αποσυνδεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν αποσυνδέσει | έχουν αποσυνδεθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα αποσυνδέσει | είχα αποσυνδεθεί |
| εσύ — you | είχες αποσυνδέσει | είχες αποσυνδεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε αποσυνδέσει | είχε αποσυνδεθεί |
| εμείς — we | είχαμε αποσυνδέσει | είχαμε αποσυνδεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε αποσυνδέσει | είχατε αποσυνδεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν αποσυνδέσει | είχαν αποσυνδεθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα αποσυνδέω | θα αποσυνδέομαι |
| εσύ — you | θα αποσυνδέεις | θα αποσυνδέεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποσυνδέει | θα αποσυνδέεται |
| εμείς — we | θα αποσυνδέουμε, θα αποσυνδέομε | θα αποσυνδεόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποσυνδέετε | θα αποσυνδέεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποσυνδέουν(ε) | θα αποσυνδέονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα αποσυνδέσω | θα αποσυνδεθώ |
| εσύ — you | θα αποσυνδέσεις | θα αποσυνδεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποσυνδέσει | θα αποσυνδεθεί |
| εμείς — we | θα αποσυνδέσουμε, θα αποσυνδέσομε | θα αποσυνδεθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποσυνδέσετε | θα αποσυνδεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποσυνδέσουν(ε) | θα αποσυνδεθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω αποσυνδέσει | θα έχω αποσυνδεθεί |
| εσύ — you | θα έχεις αποσυνδέσει | θα έχεις αποσυνδεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει αποσυνδέσει | θα έχει αποσυνδεθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε αποσυνδέσει | θα έχουμε αποσυνδεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε αποσυνδέσει | θα έχετε αποσυνδεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν αποσυνδέσει | θα έχουν αποσυνδεθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να αποσυνδέω | να αποσυνδέομαι |
| εσύ — you | να αποσυνδέεις | να αποσυνδέεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποσυνδέει | να αποσυνδέεται |
| εμείς — we | να αποσυνδέουμε, να αποσυνδέομε | να αποσυνδεόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποσυνδέετε | να αποσυνδέεστε, να αποσυνδεόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποσυνδέουν(ε) | να αποσυνδέονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να αποσυνδέσω | να αποσυνδεθώ |
| εσύ — you | να αποσυνδέσεις | να αποσυνδεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποσυνδέσει | να αποσυνδεθεί |
| εμείς — we | να αποσυνδέσουμε, να αποσυνδέσομε | να αποσυνδεθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποσυνδέσετε | να αποσυνδεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποσυνδέσουν(ε) | να αποσυνδεθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω αποσυνδέσει | να έχω αποσυνδεθεί |
| εσύ — you | να έχεις αποσυνδέσει | να έχεις αποσυνδεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει αποσυνδέσει | να έχει αποσυνδεθεί |
| εμείς — we | να έχουμε αποσυνδέσει | να έχουμε αποσυνδεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε αποσυνδέσει | να έχετε αποσυνδεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν αποσυνδέσει | να έχουν αποσυνδεθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | αποσύνδεε | αποσυνδέετε | να αποσυνδέεσαι (να-construction) | αποσυνδέεστε |
| Simple | αποσύνδεσε | αποσυνδέστε | αποσυνδέσου | αποσυνδεθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The headword is αποσυνδέω, not αποσυνδεύω.
- αποσυνδέοντας — disconnecting; έχοντας αποσυνδέσει — having disconnected.
- αποσυνδεμένος, αποσυνδεμένη, αποσυνδεμένο — disconnected.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Direct plural imperative: αποσυνδέστε. Αποσυνδέσετε requires θα, να or μην. Negative: μην αποσυνδέεις / μην αποσυνδέσεις.
Αποσυνδέσου από τον λογαριασμό σου.
Log out of your account.
Το καλώδιο έχει αποσυνδεθεί.
The cable has been disconnected.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποσυνδέω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/aposyndeo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/aposyndeo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →