αποσταίνω (apostaino) — to grow tired

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αποσταίνω — to grow tired; to tire

A literary or traditional word. Κουράζομαι is more usual in everyday conversation.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αποσταίνω
εσύ — you αποσταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποσταίνει
εμείς — we αποσταίνουμε, αποσταίνομε
εσείς — you (plural / polite) αποσταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποσταίνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I απόσταινα
εσύ — you απόσταινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απόσταινε
εμείς — we αποσταίναμε
εσείς — you (plural / polite) αποσταίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απόσταιναν, αποσταίναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I απόστασα
εσύ — you απόστασες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απόστασε
εμείς — we αποστάσαμε
εσείς — you (plural / polite) αποστάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απόστασαν, αποστάσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω αποστάσει
εσύ — you έχεις αποστάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αποστάσει
εμείς — we έχουμε αποστάσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε αποστάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αποστάσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα αποστάσει
εσύ — you είχες αποστάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αποστάσει
εμείς — we είχαμε αποστάσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε αποστάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αποστάσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αποσταίνω
εσύ — you θα αποσταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποσταίνει
εμείς — we θα αποσταίνουμε, θα αποσταίνομε
εσείς — you (plural / polite) θα αποσταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποσταίνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αποστάσω
εσύ — you θα αποστάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποστάσει
εμείς — we θα αποστάσουμε, θα αποστάσομε
εσείς — you (plural / polite) θα αποστάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποστάσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω αποστάσει
εσύ — you θα έχεις αποστάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αποστάσει
εμείς — we θα έχουμε αποστάσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αποστάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αποστάσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αποσταίνω
εσύ — you να αποσταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποσταίνει
εμείς — we να αποσταίνουμε, να αποσταίνομε
εσείς — you (plural / polite) να αποσταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποσταίνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αποστάσω
εσύ — you να αποστάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποστάσει
εμείς — we να αποστάσουμε, να αποστάσομε
εσείς — you (plural / polite) να αποστάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποστάσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω αποστάσει
εσύ — you να έχεις αποστάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αποστάσει
εμείς — we να έχουμε αποστάσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αποστάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αποστάσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: απόσταινε / αποσταίνετε. Commands with this meaning are uncommon.

Simple: απόστασε (εσύ); αποστάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present stem: αποσταιν-; perfective stem: αποστασ-. Past: απόστασα.
  • αποσταίνοντας — growing tired; έχοντας αποστάσει — having grown tired.
  • αποστασμένος, αποστασμένη, αποστασμένο describes someone tired; it is an adjective or participle, not another conjugated perfect tense.
  • Negative constructions: μην αποσταίνεις / μην αποστάσεις.

Απόστασε από την πολλή δουλειά.

He or she grew tired from so much work.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποσταίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apostaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /apostaino/