αποτελώ (apotelo) — to constitute, make up

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αποτελώ — to constitute; to make up

αποτελούμαι από — to consist of. These two patterns reverse the roles of the whole and its parts.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αποτελώ αποτελούμαι
εσύ — you αποτελείς αποτελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποτελεί αποτελείται
εμείς — we αποτελούμε αποτελούμαστε
εσείς — you (plural / polite) αποτελείτε αποτελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποτελούν(ε) αποτελούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αποτελούσα αποτελούμουν
εσύ — you αποτελούσες αποτελούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποτελούσε αποτελούνταν
εμείς — we αποτελούσαμε αποτελούμασταν
εσείς — you (plural / polite) αποτελούσατε αποτελούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποτελούσαν(ε) αποτελούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αποτέλεσα —
εσύ — you αποτέλεσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποτέλεσε —
εμείς — we αποτελέσαμε —
εσείς — you (plural / polite) αποτελέσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποτέλεσαν, αποτελέσαν(ε) —

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω αποτελέσει —
εσύ — you έχεις αποτελέσει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αποτελέσει —
εμείς — we έχουμε αποτελέσει —
εσείς — you (plural / polite) έχετε αποτελέσει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αποτελέσει —

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα αποτελέσει —
εσύ — you είχες αποτελέσει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αποτελέσει —
εμείς — we είχαμε αποτελέσει —
εσείς — you (plural / polite) είχατε αποτελέσει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αποτελέσει —

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αποτελώ θα αποτελούμαι
εσύ — you θα αποτελείς θα αποτελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποτελεί θα αποτελείται
εμείς — we θα αποτελούμε θα αποτελούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα αποτελείτε θα αποτελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποτελούν(ε) θα αποτελούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αποτελέσω —
εσύ — you θα αποτελέσεις —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποτελέσει —
εμείς — we θα αποτελέσουμε, θα αποτελέσομε —
εσείς — you (plural / polite) θα αποτελέσετε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποτελέσουν(ε) —

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω αποτελέσει —
εσύ — you θα έχεις αποτελέσει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αποτελέσει —
εμείς — we θα έχουμε αποτελέσει —
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αποτελέσει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αποτελέσει —

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αποτελώ να αποτελούμαι
εσύ — you να αποτελείς να αποτελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποτελεί να αποτελείται
εμείς — we να αποτελούμε να αποτελούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να αποτελείτε να αποτελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποτελούν(ε) να αποτελούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αποτελέσω —
εσύ — you να αποτελέσεις —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποτελέσει —
εμείς — we να αποτελέσουμε, να αποτελέσομε —
εσείς — you (plural / polite) να αποτελέσετε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποτελέσουν(ε) —

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω αποτελέσει —
εσύ — you να έχεις αποτελέσει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αποτελέσει —
εμείς — we να έχουμε αποτελέσει —
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αποτελέσει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αποτελέσει —

Imperative · Προστακτική

Commands are uncommon. A να-construction is usually clearer: να αποτελείς / να αποτελείτε.

Simple: αποτέλεσε (εσύ); αποτελέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Active: τα μέλη αποτελούν την ομάδα. Passive: η ομάδα αποτελείται από μέλη.
  • In the ordinary “consist of” meaning, the passive uses the imperfective series. Dashes in perfective passive cells indicate that no ordinary learner form is supplied; use αποτελείται / αποτελούνταν as appropriate.
  • Formal imperfect alternatives: αποτελείτο / αποτελούντο.
  • αποτελώντας — constituting; αποτελούμενος, αποτελούμενη, αποτελούμενο από — consisting of; έχοντας αποτελέσει — having constituted.
  • Do not use είμαι αποτελεσμένος as a routine equivalent of “consist of”.
  • Direct plural imperative: αποτελέστε. Αποτελέσετε requires θα, να or μην.

Τρία κτίρια αποτελούν το συγκρότημα.

Three buildings make up the complex.

Το συγκρότημα αποτελείται από τρία κτίρια.

The complex consists of three buildings.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποτελώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apotelo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /apotelo/