αποθηκεύω (apothikeuo) — to store, save

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αποθηκεύω — to store; to save a file

Passive: αποθηκεύομαι — to be stored / saved.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αποθηκεύω αποθηκεύομαι
εσύ — you αποθηκεύεις αποθηκεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποθηκεύει αποθηκεύεται
εμείς — we αποθηκεύουμε, αποθηκεύομε αποθηκευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) αποθηκεύετε αποθηκεύεστε, αποθηκευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποθηκεύουν(ε) αποθηκεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αποθήκευα αποθηκευόμουν(α)
εσύ — you αποθήκευες αποθηκευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποθήκευε αποθηκευόταν(ε)
εμείς — we αποθηκεύαμε αποθηκευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) αποθηκεύατε αποθηκευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποθήκευαν, αποθηκεύαν(ε) αποθηκεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αποθήκευσα αποθηκεύτηκα
εσύ — you αποθήκευσες αποθηκεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποθήκευσε αποθηκεύτηκε
εμείς — we αποθηκεύσαμε αποθηκευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) αποθηκεύσατε αποθηκευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποθήκευσαν / αποθηκεύσανε αποθηκεύτηκαν / αποθηκευτήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω αποθηκεύσει έχω αποθηκευτεί
εσύ — you έχεις αποθηκεύσει έχεις αποθηκευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αποθηκεύσει έχει αποθηκευτεί
εμείς — we έχουμε αποθηκεύσει έχουμε αποθηκευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε αποθηκεύσει έχετε αποθηκευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αποθηκεύσει έχουν αποθηκευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα αποθηκεύσει είχα αποθηκευτεί
εσύ — you είχες αποθηκεύσει είχες αποθηκευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αποθηκεύσει είχε αποθηκευτεί
εμείς — we είχαμε αποθηκεύσει είχαμε αποθηκευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε αποθηκεύσει είχατε αποθηκευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αποθηκεύσει είχαν αποθηκευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αποθηκεύω θα αποθηκεύομαι
εσύ — you θα αποθηκεύεις θα αποθηκεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποθηκεύει θα αποθηκεύεται
εμείς — we θα αποθηκεύουμε, θα αποθηκεύομε θα αποθηκευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα αποθηκεύετε θα αποθηκεύεστε, θα αποθηκευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποθηκεύουν(ε) θα αποθηκεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αποθηκεύσω θα αποθηκευτώ
εσύ — you θα αποθηκεύσεις θα αποθηκευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποθηκεύσει θα αποθηκευτεί
εμείς — we θα αποθηκεύσουμε θα αποθηκευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα αποθηκεύσετε θα αποθηκευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποθηκεύσουν(ε) θα αποθηκευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω αποθηκεύσει θα έχω αποθηκευτεί
εσύ — you θα έχεις αποθηκεύσει θα έχεις αποθηκευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αποθηκεύσει θα έχει αποθηκευτεί
εμείς — we θα έχουμε αποθηκεύσει θα έχουμε αποθηκευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αποθηκεύσει θα έχετε αποθηκευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αποθηκεύσει θα έχουν αποθηκευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αποθηκεύω να αποθηκεύομαι
εσύ — you να αποθηκεύεις να αποθηκεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποθηκεύει να αποθηκεύεται
εμείς — we να αποθηκεύουμε, να αποθηκεύομε να αποθηκευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να αποθηκεύετε να αποθηκεύεστε, να αποθηκευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποθηκεύουν(ε) να αποθηκεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αποθηκεύσω να αποθηκευτώ
εσύ — you να αποθηκεύσεις να αποθηκευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποθηκεύσει να αποθηκευτεί
εμείς — we να αποθηκεύσουμε να αποθηκευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να αποθηκεύσετε να αποθηκευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποθηκεύσουν(ε) να αποθηκευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω αποθηκεύσει να έχω αποθηκευτεί
εσύ — you να έχεις αποθηκεύσει να έχεις αποθηκευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αποθηκεύσει να έχει αποθηκευτεί
εμείς — we να έχουμε αποθηκεύσει να έχουμε αποθηκευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αποθηκεύσει να έχετε αποθηκευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αποθηκεύσει να έχουν αποθηκευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous αποθήκευε αποθηκεύετε — —
Simple αποθήκευσε αποθηκεύστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The tables lead with active αποθήκευσα / αποθηκεύσω and passive αποθηκεύτηκα / αποθηκευτώ.
  • Alternatives with -ψ- occur in the active perfective series: αποθήκεψα, να αποθηκέψω, έχω αποθηκέψει. Passive -θ- variants also occur: αποθηκεύθηκα, έχω αποθηκευθεί.
  • αποθηκεύοντας — storing; αποθηκευόμενος, αποθηκευόμενη, αποθηκευόμενο — being stored; έχοντας αποθηκεύσει — having stored.
  • αποθηκευμένος, αποθηκευμένη, αποθηκευμένο describes something stored or saved.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Direct plural imperative: αποθηκεύστε; αποθηκεύσετε requires θα, να or μην. Negative: μην αποθηκεύεις / μην αποθηκεύσεις.

Αποθήκευσε το αρχείο πριν κλείσεις το πρόγραμμα.

Save the file before closing the program.

Τα αρχεία έχουν αποθηκευτεί.

The files have been saved.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποθηκεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apothikeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /apothikeuo/