Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

κυριεύω — to capture; to overwhelm

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κυριεύω — to capture; to overwhelm.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κυριεύω κυριεύομαι
εσύ — you κυριεύεις κυριεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κυριεύει κυριεύεται
εμείς — we κυριεύουμε, κυριεύομε κυριευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κυριεύετε κυριεύεστε, κυριευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κυριεύουν(ε) κυριεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κυρίευα κυριευόμουν(α)
εσύ — you κυρίευες κυριευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κυρίευε κυριευόταν(ε)
εμείς — we κυριεύαμε κυριευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κυριεύατε κυριευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κυρίευαν, κυριεύαν(ε) κυριεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κυρίευσα, κυρίεψα κυριεύτηκα, κυριεύθηκα
εσύ — you κυρίευσες, κυρίεψες κυριεύτηκες, κυριεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κυρίευσε, κυρίεψε κυριεύτηκε, κυριεύθηκε
εμείς — we κυριεύσαμε, κυριέψαμε κυριευτήκαμε, κυριευθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κυριεύσατε, κυριέψατε κυριευτήκατε, κυριευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κυρίευσαν, κυριεύσαν(ε), κυρίεψαν, κυριέψαν(ε) κυριεύτηκαν, κυριευτήκαν(ε), κυριεύθηκαν, κυριευθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κυριεύσει έχω κυριευτεί
εσύ — you έχεις κυριεύσει έχεις κυριευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κυριεύσει έχει κυριευτεί
εμείς — we έχουμε κυριεύσει έχουμε κυριευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κυριεύσει έχετε κυριευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κυριεύσει έχουν κυριευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κυριεύσει είχα κυριευτεί
εσύ — you είχες κυριεύσει είχες κυριευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κυριεύσει είχε κυριευτεί
εμείς — we είχαμε κυριεύσει είχαμε κυριευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κυριεύσει είχατε κυριευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κυριεύσει είχαν κυριευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κυριεύω θα κυριεύομαι
εσύ — you θα κυριεύεις θα κυριεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κυριεύει θα κυριεύεται
εμείς — we θα κυριεύουμε, θα κυριεύομε θα κυριευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κυριεύετε θα κυριεύεστε, θα κυριευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κυριεύουν(ε) θα κυριεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κυριεύσω, θα κυριέψω θα κυριευτώ, θα κυριευθώ
εσύ — you θα κυριεύσεις, θα κυριέψεις θα κυριευτείς, θα κυριευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κυριεύσει, θα κυριέψει θα κυριευτεί, θα κυριευθεί
εμείς — we θα κυριεύσουμε, θα κυριεύσομε, θα κυριέψουμε, θα κυριέψομε θα κυριευτούμε, θα κυριευθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κυριεύσετε, θα κυριέψετε θα κυριευτείτε, θα κυριευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κυριεύσουν(ε), θα κυριέψουν(ε) θα κυριευτούν(ε), θα κυριευθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κυριεύσει θα έχω κυριευτεί
εσύ — you θα έχεις κυριεύσει θα έχεις κυριευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κυριεύσει θα έχει κυριευτεί
εμείς — we θα έχουμε κυριεύσει θα έχουμε κυριευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κυριεύσει θα έχετε κυριευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κυριεύσει θα έχουν κυριευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κυριεύω να κυριεύομαι
εσύ — you να κυριεύεις να κυριεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κυριεύει να κυριεύεται
εμείς — we να κυριεύουμε, να κυριεύομε να κυριευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κυριεύετε να κυριεύεστε, να κυριευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κυριεύουν(ε) να κυριεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κυριεύσω, να κυριέψω να κυριευτώ, να κυριευθώ
εσύ — you να κυριεύσεις, να κυριέψεις να κυριευτείς, να κυριευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κυριεύσει, να κυριέψει να κυριευτεί, να κυριευθεί
εμείς — we να κυριεύσουμε, να κυριεύσομε, να κυριέψουμε, να κυριέψομε να κυριευτούμε, να κυριευθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κυριεύσετε, να κυριέψετε να κυριευτείτε, να κυριευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κυριεύσουν(ε), να κυριέψουν(ε) να κυριευτούν(ε), να κυριευθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κυριεύσει να έχω κυριευτεί
εσύ — you να έχεις κυριεύσει να έχεις κυριευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κυριεύσει να έχει κυριευτεί
εμείς — we να έχουμε κυριεύσει να έχουμε κυριευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κυριεύσει να έχετε κυριευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κυριεύσει να έχουν κυριευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κυρίευε κυριεύετε — —
Simple κυρίευσε, κυρίεψε κυριεύστε, κυριέψτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κυριεύω can mean to capture a place or, figuratively, overwhelm someone. Κυριεύομαι από φόβο means to be overcome by fear. Perfective forms with -εύσ- and -έψ- are alternatives.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τον κυρίευσε ο φόβος.

Fear overcame him.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κυριεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kurieuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /kurieuo/