Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

λαμβάνω — to receive; to take

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

λαμβάνω — to receive; to take.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λαμβάνω λαμβάνομαι
εσύ — you λαμβάνεις λαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λαμβάνει λαμβάνεται
εμείς — we λαμβάνουμε, λαμβάνομε λαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) λαμβάνετε λαμβάνεστε, λαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λαμβάνουν(ε) λαμβάνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λάμβανα λαμβανόμουν(α)
εσύ — you λάμβανες λαμβανόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λάμβανε λαμβανόταν(ε)
εμείς — we λαμβάναμε λαμβανόμασταν
εσείς — you (plural / polite) λαμβάνατε λαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λάμβαναν, λαμβάναν(ε) λαμβάνονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έλαβα λήφθηκα
εσύ — you έλαβες λήφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έλαβε λήφθηκε, ελήφθη
εμείς — we λάβαμε ληφθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) λάβατε ληφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έλαβαν, λάβαν(ε) λήφθηκαν, ελήφθησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω λάβει έχω ληφθεί
εσύ — you έχεις λάβει έχεις ληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει λάβει έχει ληφθεί
εμείς — we έχουμε λάβει έχουμε ληφθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε λάβει έχετε ληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν λάβει έχουν ληφθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα λάβει είχα ληφθεί
εσύ — you είχες λάβει είχες ληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε λάβει είχε ληφθεί
εμείς — we είχαμε λάβει είχαμε ληφθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε λάβει είχατε ληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν λάβει είχαν ληφθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα λαμβάνω θα λαμβάνομαι
εσύ — you θα λαμβάνεις θα λαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λαμβάνει θα λαμβάνεται
εμείς — we θα λαμβάνουμε, θα λαμβάνομε θα λαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα λαμβάνετε θα λαμβάνεστε, θα λαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λαμβάνουν(ε) θα λαμβάνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα λάβω θα ληφθώ
εσύ — you θα λάβεις θα ληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λάβει θα ληφθεί
εμείς — we θα λάβουμε, θα λάβομε θα ληφθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα λάβετε θα ληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λάβουν(ε) θα ληφθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω λάβει θα έχω ληφθεί
εσύ — you θα έχεις λάβει θα έχεις ληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει λάβει θα έχει ληφθεί
εμείς — we θα έχουμε λάβει θα έχουμε ληφθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε λάβει θα έχετε ληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν λάβει θα έχουν ληφθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να λαμβάνω να λαμβάνομαι
εσύ — you να λαμβάνεις να λαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λαμβάνει να λαμβάνεται
εμείς — we να λαμβάνουμε, να λαμβάνομε να λαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να λαμβάνετε να λαμβάνεστε, να λαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λαμβάνουν(ε) να λαμβάνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να λάβω να ληφθώ
εσύ — you να λάβεις να ληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λάβει να ληφθεί
εμείς — we να λάβουμε, να λάβομε να ληφθούμε
εσείς — you (plural / polite) να λάβετε να ληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λάβουν(ε) να ληφθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω λάβει να έχω ληφθεί
εσύ — you να έχεις λάβει να έχεις ληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει λάβει να έχει ληφθεί
εμείς — we να έχουμε λάβει να έχουμε ληφθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε λάβει να έχετε ληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν λάβει να έχουν ληφθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous λάμβανε λαμβάνετε — —
Simple λάβε λάβετε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Λαμβάνω means to receive or take, often in formal language. It occurs in phrases such as λαμβάνω υπόψη (take into account). The command is λάβε; έλαβε is past tense. Ειλημμένος is learned, as in ειλημμένη απόφαση.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Έλαβα το μήνυμά σου.

I received your message.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λαμβάνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/lambano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /lambano/