Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
λάμπω — to shine; to glow.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | λάμπω |
| εσύ — you | λάμπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λάμπει |
| εμείς — we | λάμπουμε, λάμπομε |
| εσείς — you (plural / polite) | λάμπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λάμπουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έλαμπα |
| εσύ — you | έλαμπες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έλαμπε |
| εμείς — we | λάμπαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | λάμπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έλαμπαν, λάμπαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έλαμψα |
| εσύ — you | έλαμψες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έλαμψε |
| εμείς — we | λάμψαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | λάμψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έλαμψαν, λάμψαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω λάμψει |
| εσύ — you | έχεις λάμψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει λάμψει |
| εμείς — we | έχουμε λάμψει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε λάμψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν λάμψει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα λάμψει |
| εσύ — you | είχες λάμψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε λάμψει |
| εμείς — we | είχαμε λάμψει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε λάμψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν λάμψει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα λάμπω |
| εσύ — you | θα λάμπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα λάμπει |
| εμείς — we | θα λάμπουμε, θα λάμπομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα λάμπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα λάμπουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα λάμψω |
| εσύ — you | θα λάμψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα λάμψει |
| εμείς — we | θα λάμψουμε, θα λάμψομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα λάμψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα λάμψουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω λάμψει |
| εσύ — you | θα έχεις λάμψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει λάμψει |
| εμείς — we | θα έχουμε λάμψει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε λάμψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν λάμψει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να λάμπω |
| εσύ — you | να λάμπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να λάμπει |
| εμείς — we | να λάμπουμε, να λάμπομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να λάμπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να λάμπουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να λάμψω |
| εσύ — you | να λάμψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να λάμψει |
| εμείς — we | να λάμψουμε, να λάμψομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να λάμψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να λάμψουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω λάμψει |
| εσύ — you | να έχεις λάμψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει λάμψει |
| εμείς — we | να έχουμε λάμψει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε λάμψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν λάμψει |
Imperative · Προστακτική
λάμπε / λάμπετε
Simple: λάμψε (εσύ); λάμψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Λάμπω describes shining or glowing, literally or figuratively.
Ο ήλιος λάμπει.
The sun is shining.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λάμπω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/lampo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/lampo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.