απαγορεύω (apagoreuo) — to forbid, prohibit

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

απαγορεύω · to forbid, prohibit

Απαγορεύεται το κάπνισμα. — Smoking is prohibited. Both απαγόρευσα and απαγόρεψα occur. Passive alternatives in -θ- have a more formal tone. The adjective απαγορευμένος describes something forbidden; it is separate from the compound perfect.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαπαγορεύωαπαγορεύομαι
εσύ · youαπαγορεύειςαπαγορεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαπαγορεύειαπαγορεύεται
εμείς · weαπαγορεύουμε, απαγορεύομεαπαγορευόμαστε
εσείς · youαπαγορεύετεαπαγορεύεστε, απαγορευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαπαγορεύουν(ε)απαγορεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαπαγόρευααπαγορευόμουν(α)
εσύ · youαπαγόρευεςαπαγορευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαπαγόρευεαπαγορευόταν(ε)
εμείς · weαπαγορεύαμεαπαγορευόμαστε
εσείς · youαπαγορεύατεαπαγορευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαπαγόρευαν, απαγορεύαν(ε)απαγορεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαπαγόρευσα, απαγόρεψααπαγορεύτηκα, απαγορεύθηκα
εσύ · youαπαγόρευσες, απαγόρεψεςαπαγορεύτηκες, απαγορεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαπαγόρευσε, απαγόρεψεαπαγορεύτηκε, απαγορεύθηκε
εμείς · weαπαγορεύσαμε, απαγορέψαμεαπαγορευτήκαμε, απαγορευθήκαμε
εσείς · youαπαγορεύσατε, απαγορέψατεαπαγορευτήκατε, απαγορευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαπαγόρευσαν, απαγορεύσαν(ε)
απαγόρεψαν, απαγορέψαν(ε)
απαγορεύτηκαν, απαγορευτήκαν(ε)
απαγορεύθηκαν, απαγορευθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω απαγορεύσει
έχω απαγορέψει
έχω απαγορευτεί
έχω απαγορευθεί
εσύ · youέχεις απαγορεύσει
έχεις απαγορέψει
έχεις απαγορευτεί
έχεις απαγορευθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει απαγορεύσει
έχει απαγορέψει
έχει απαγορευτεί
έχει απαγορευθεί
εμείς · weέχουμε απαγορεύσει
έχουμε απαγορέψει
έχουμε απαγορευτεί
έχουμε απαγορευθεί
εσείς · youέχετε απαγορεύσει
έχετε απαγορέψει
έχετε απαγορευτεί
έχετε απαγορευθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν απαγορεύσει
έχουν απαγορέψει
έχουν απαγορευτεί
έχουν απαγορευθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα απαγορεύσει
είχα απαγορέψει
είχα απαγορευτεί
είχα απαγορευθεί
εσύ · youείχες απαγορεύσει
είχες απαγορέψει
είχες απαγορευτεί
είχες απαγορευθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε απαγορεύσει
είχε απαγορέψει
είχε απαγορευτεί
είχε απαγορευθεί
εμείς · weείχαμε απαγορεύσει
είχαμε απαγορέψει
είχαμε απαγορευτεί
είχαμε απαγορευθεί
εσείς · youείχατε απαγορεύσει
είχατε απαγορέψει
είχατε απαγορευτεί
είχατε απαγορευθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν απαγορεύσει
είχαν απαγορέψει
είχαν απαγορευτεί
είχαν απαγορευθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα απαγορεύωθα απαγορεύομαι
εσύ · youθα απαγορεύειςθα απαγορεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα απαγορεύειθα απαγορεύεται
εμείς · weθα απαγορεύουμε, θα απαγορεύομεθα απαγορευόμαστε
εσείς · youθα απαγορεύετεθα απαγορεύεστε, θα απαγορευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα απαγορεύουν(ε)θα απαγορεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα απαγορεύσω, θα απαγορέψωθα απαγορευτώ, θα απαγορευθώ
εσύ · youθα απαγορεύσεις, θα απαγορέψειςθα απαγορευτείς, θα απαγορευθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα απαγορεύσει, θα απαγορέψειθα απαγορευτεί, θα απαγορευθεί
εμείς · weθα απαγορεύσουμε, θα απαγορεύσομε
θα απαγορέψουμε, θα απαγορέψομε
θα απαγορευτούμε, θα απαγορευθούμε
εσείς · youθα απαγορεύσετε, θα απαγορέψετεθα απαγορευτείτε, θα απαγορευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα απαγορεύσουν(ε), θα απαγορέψουν(ε)θα απαγορευτούν(ε), θα απαγορευθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω απαγορεύσει
θα έχω απαγορέψει
θα έχω απαγορευτεί
θα έχω απαγορευθεί
εσύ · youθα έχεις απαγορεύσει
θα έχεις απαγορέψει
θα έχεις απαγορευτεί
θα έχεις απαγορευθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει απαγορεύσει
θα έχει απαγορέψει
θα έχει απαγορευτεί
θα έχει απαγορευθεί
εμείς · weθα έχουμε απαγορεύσει
θα έχουμε απαγορέψει
θα έχουμε απαγορευτεί
θα έχουμε απαγορευθεί
εσείς · youθα έχετε απαγορεύσει
θα έχετε απαγορέψει
θα έχετε απαγορευτεί
θα έχετε απαγορευθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν απαγορεύσει
θα έχουν απαγορέψει
θα έχουν απαγορευτεί
θα έχουν απαγορευθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα απαγορεύωνα απαγορεύομαι
εσύ · youνα απαγορεύειςνα απαγορεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα απαγορεύεινα απαγορεύεται
εμείς · weνα απαγορεύουμε, να απαγορεύομενα απαγορευόμαστε
εσείς · youνα απαγορεύετενα απαγορεύεστε, να απαγορευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα απαγορεύουν(ε)να απαγορεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα απαγορεύσω, να απαγορέψωνα απαγορευτώ, να απαγορευθώ
εσύ · youνα απαγορεύσεις, να απαγορέψειςνα απαγορευτείς, να απαγορευθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα απαγορεύσει, να απαγορέψεινα απαγορευτεί, να απαγορευθεί
εμείς · weνα απαγορεύσουμε, να απαγορεύσομε
να απαγορέψουμε, να απαγορέψομε
να απαγορευτούμε, να απαγορευθούμε
εσείς · youνα απαγορεύσετε, να απαγορέψετενα απαγορευτείτε, να απαγορευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα απαγορεύσουν(ε), να απαγορέψουν(ε)να απαγορευτούν(ε), να απαγορευθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω απαγορεύσει
να έχω απαγορέψει
να έχω απαγορευτεί
να έχω απαγορευθεί
εσύ · youνα έχεις απαγορεύσει
να έχεις απαγορέψει
να έχεις απαγορευτεί
να έχεις απαγορευθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει απαγορεύσει
να έχει απαγορέψει
να έχει απαγορευτεί
να έχει απαγορευθεί
εμείς · weνα έχουμε απαγορεύσει
να έχουμε απαγορέψει
να έχουμε απαγορευτεί
να έχουμε απαγορευθεί
εσείς · youνα έχετε απαγορεύσει
να έχετε απαγορέψει
να έχετε απαγορευτεί
να έχετε απαγορευθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν απαγορεύσει
να έχουν απαγορέψει
να έχουν απαγορευτεί
να έχουν απαγορευθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: απαγόρευε / απαγορεύετε. Simple: απαγόρευσε / απαγορεύστε, also απαγόρεψε / απαγορέψτε. For a prohibition addressed to someone, μη(ν) is followed by a subjunctive form.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: απαγορεύοντας.

Perfect participial construction: έχοντας απαγορεύσει / απαγορέψει; passive έχοντας απαγορευτεί / απαγορευθεί.

Participial adjective: απαγορευμένος, απαγορευμένη, απαγορευμένο. Its use depends on the state or result being described.

Invariant compound-tense forms: απαγορεύσει / απαγορέψει / απαγορευτεί / απαγορευθεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apagoreuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /apagoreuo/