απαιτώ (apaito) — to demand, require

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

απαιτώ — to demand; to require

Active: απαιτώ · Passive: απαιτούμαι. The passive is most commonly used in the third person: απαιτείται / απαιτούνται (is / are required).

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απαιτώ απαιτούμαι
εσύ — you απαιτείς απαιτείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απαιτεί απαιτείται
εμείς — we απαιτούμε απαιτούμαστε
εσείς — you (plural / polite) απαιτείτε απαιτείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απαιτούν(ε) απαιτούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απαιτούσα απαιτούμουν
εσύ — you απαιτούσες απαιτούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απαιτούσε απαιτούνταν
εμείς — we απαιτούσαμε απαιτούμασταν
εσείς — you (plural / polite) απαιτούσατε απαιτούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they απαιτούσαν(ε) απαιτούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απαίτησα απαιτήθηκα
εσύ — you απαίτησες απαιτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απαίτησε απαιτήθηκε
εμείς — we απαιτήσαμε απαιτηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) απαιτήσατε απαιτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απαίτησαν, απαιτήσαν(ε) απαιτήθηκαν, απαιτηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω απαιτήσει έχω απαιτηθεί
εσύ — you έχεις απαιτήσει έχεις απαιτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει απαιτήσει έχει απαιτηθεί
εμείς — we έχουμε απαιτήσει έχουμε απαιτηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε απαιτήσει έχετε απαιτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν απαιτήσει έχουν απαιτηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα απαιτήσει είχα απαιτηθεί
εσύ — you είχες απαιτήσει είχες απαιτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε απαιτήσει είχε απαιτηθεί
εμείς — we είχαμε απαιτήσει είχαμε απαιτηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε απαιτήσει είχατε απαιτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν απαιτήσει είχαν απαιτηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απαιτώ θα απαιτούμαι
εσύ — you θα απαιτείς θα απαιτείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απαιτεί θα απαιτείται
εμείς — we θα απαιτούμε θα απαιτούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα απαιτείτε θα απαιτείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απαιτούν(ε) θα απαιτούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απαιτήσω θα απαιτηθώ
εσύ — you θα απαιτήσεις θα απαιτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απαιτήσει θα απαιτηθεί
εμείς — we θα απαιτήσουμε θα απαιτηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα απαιτήσετε θα απαιτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απαιτήσουν(ε) θα απαιτηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω απαιτήσει θα έχω απαιτηθεί
εσύ — you θα έχεις απαιτήσει θα έχεις απαιτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει απαιτήσει θα έχει απαιτηθεί
εμείς — we θα έχουμε απαιτήσει θα έχουμε απαιτηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε απαιτήσει θα έχετε απαιτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν απαιτήσει θα έχουν απαιτηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απαιτώ να απαιτούμαι
εσύ — you να απαιτείς να απαιτείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απαιτεί να απαιτείται
εμείς — we να απαιτούμε να απαιτούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να απαιτείτε να απαιτείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απαιτούν(ε) να απαιτούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απαιτήσω να απαιτηθώ
εσύ — you να απαιτήσεις να απαιτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απαιτήσει να απαιτηθεί
εμείς — we να απαιτήσουμε, να απαιτήσομε να απαιτηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να απαιτήσετε να απαιτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απαιτήσουν(ε) να απαιτηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω απαιτήσει να έχω απαιτηθεί
εσύ — you να έχεις απαιτήσει να έχεις απαιτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει απαιτήσει να έχει απαιτηθεί
εμείς — we να έχουμε απαιτήσει να έχουμε απαιτηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε απαιτήσει να έχετε απαιτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν απαιτήσει να έχουν απαιτηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect εσύ — singular εσείς — plural / polite
Continuous demand να απαιτείς (να-construction) απαιτείτε
Single demand απαίτησε απαιτήστε

For a negative instruction use μη(ν) + subjunctive: μην απαιτείς / μην απαιτείτε; μην απαιτήσεις / μην απαιτήσετε. Passive commands are unusual with this meaning and are not recommended as everyday learner examples.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • απαιτώντας — demanding; έχοντας απαιτήσει — having demanded.
  • απαιτούμενος, απαιτούμενη, απαιτούμενο — required. This participle agrees with its noun; it is not the passive perfect tense.
  • Passive perfect: έχει απαιτηθεί / έχουν απαιτηθεί. Passive perfect participial construction: έχοντας απαιτηθεί.
  • απαιτήσει and απαιτηθεί are dependent forms used in compound tenses, not independent infinitives.
  • First- and second-person passive forms are grammatically possible but uncommon. Formal imperfect variants απαιτείτο (singular) and απαιτούντο (plural) occur in formal writing.
  • απαιτήσετε belongs after θα, να or μην; the direct plural imperative is απαιτήστε.

Απαιτώ μια εξήγηση.

I demand an explanation.

Για την εγγραφή απαιτείται ταυτότητα.

An identity document is required for registration.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απαιτώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apaito/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /apaito/