Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

απαλλάσσω — to exempt, relieve, acquit

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

απαλλάσσω — to exempt; to relieve; to acquit

Passive: απαλλάσσομαι — to be exempted, to be relieved; to get rid of something (απαλλάσσομαι από).

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απαλλάσσω απαλλάσσομαι
εσύ — you απαλλάσσεις απαλλάσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απαλλάσσει απαλλάσσεται
εμείς — we απαλλάσσουμε, απαλλάσσομε απαλλασσόμαστε
εσείς — you (plural / polite) απαλλάσσετε απαλλάσσεστε, απαλλασσόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απαλλάσσουν(ε) απαλλάσσονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απάλλασσα απαλλασσόμουν(α)
εσύ — you απάλλασσες απαλλασσόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απάλλασσε απαλλασσόταν(ε)
εμείς — we απαλλάσσαμε απαλλασσόμασταν
εσείς — you (plural / polite) απαλλάσσατε απαλλασσόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they απάλλασσαν, απαλλάσσαν(ε) απαλλάσσονταν, απαλλασσόντανε, απαλλασσόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απάλλαξα απαλλάχθηκα, απαλλάχτηκα
εσύ — you απάλλαξες απαλλάχθηκες, απαλλάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απάλλαξε απαλλάχθηκε, απαλλάχτηκε
εμείς — we απαλλάξαμε απαλλαχθήκαμε, απαλλαχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) απαλλάξατε απαλλαχθήκατε, απαλλαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απάλλαξαν, απαλλάξαν(ε) απαλλάχθηκαν, απαλλαχθήκαν(ε); απαλλάχτηκαν, απαλλαχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω απαλλάξει έχω απαλλαχθεί; έχω απαλλαχτεί; έχω απαλλαγεί
εσύ — you έχεις απαλλάξει έχεις απαλλαχθεί; έχεις απαλλαχτεί; έχεις απαλλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει απαλλάξει έχει απαλλαχθεί; έχει απαλλαχτεί; έχει απαλλαγεί
εμείς — we έχουμε απαλλάξει έχουμε απαλλαχθεί; έχουμε απαλλαχτεί; έχουμε απαλλαγεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε απαλλάξει έχετε απαλλαχθεί; έχετε απαλλαχτεί; έχετε απαλλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν απαλλάξει έχουν απαλλαχθεί; έχουν απαλλαχτεί; έχουν απαλλαγεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα απαλλάξει είχα απαλλαχθεί; είχα απαλλαχτεί; είχα απαλλαγεί
εσύ — you είχες απαλλάξει είχες απαλλαχθεί; είχες απαλλαχτεί; είχες απαλλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε απαλλάξει είχε απαλλαχθεί; είχε απαλλαχτεί; είχε απαλλαγεί
εμείς — we είχαμε απαλλάξει είχαμε απαλλαχθεί; είχαμε απαλλαχτεί; είχαμε απαλλαγεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε απαλλάξει είχατε απαλλαχθεί; είχατε απαλλαχτεί; είχατε απαλλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν απαλλάξει είχαν απαλλαχθεί; είχαν απαλλαχτεί; είχαν απαλλαγεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απαλλάσσω θα απαλλάσσομαι
εσύ — you θα απαλλάσσεις θα απαλλάσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απαλλάσσει θα απαλλάσσεται
εμείς — we θα απαλλάσσουμε, θα απαλλάσσομε θα απαλλασσόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα απαλλάσσετε θα απαλλάσσεστε, θα απαλλασσόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απαλλάσσουν(ε) θα απαλλάσσονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απαλλάξω θα απαλλαχθώ; θα απαλλαχτώ; θα απαλλαγώ
εσύ — you θα απαλλάξεις θα απαλλαχθείς; θα απαλλαχτείς; θα απαλλαγείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απαλλάξει θα απαλλαχθεί; θα απαλλαχτεί; θα απαλλαγεί
εμείς — we θα απαλλάξουμε, θα απαλλάξομε θα απαλλαχθούμε; θα απαλλαχτούμε; θα απαλλαγούμε
εσείς — you (plural / polite) θα απαλλάξετε θα απαλλαχθείτε; θα απαλλαχτείτε; θα απαλλαγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απαλλάξουν(ε) θα απαλλαχθούν(ε); θα απαλλαχτούν(ε); θα απαλλαγούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω απαλλάξει θα έχω απαλλαχθεί; θα έχω απαλλαχτεί; θα έχω απαλλαγεί
εσύ — you θα έχεις απαλλάξει θα έχεις απαλλαχθεί; θα έχεις απαλλαχτεί; θα έχεις απαλλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει απαλλάξει θα έχει απαλλαχθεί; θα έχει απαλλαχτεί; θα έχει απαλλαγεί
εμείς — we θα έχουμε απαλλάξει θα έχουμε απαλλαχθεί; θα έχουμε απαλλαχτεί; θα έχουμε απαλλαγεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε απαλλάξει θα έχετε απαλλαχθεί; θα έχετε απαλλαχτεί; θα έχετε απαλλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν απαλλάξει θα έχουν απαλλαχθεί; θα έχουν απαλλαχτεί; θα έχουν απαλλαγεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απαλλάσσω να απαλλάσσομαι
εσύ — you να απαλλάσσεις να απαλλάσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απαλλάσσει να απαλλάσσεται
εμείς — we να απαλλάσσουμε, να απαλλάσσομε να απαλλασσόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να απαλλάσσετε να απαλλάσσεστε, να απαλλασσόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απαλλάσσουν(ε) να απαλλάσσονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απαλλάξω να απαλλαχθώ; να απαλλαχτώ; να απαλλαγώ
εσύ — you να απαλλάξεις να απαλλαχθείς; να απαλλαχτείς; να απαλλαγείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απαλλάξει να απαλλαχθεί; να απαλλαχτεί; να απαλλαγεί
εμείς — we να απαλλάξουμε, να απαλλάξομε να απαλλαχθούμε; να απαλλαχτούμε; να απαλλαγούμε
εσείς — you (plural / polite) να απαλλάξετε να απαλλαχθείτε; να απαλλαχτείτε; να απαλλαγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απαλλάξουν(ε) να απαλλαχθούν(ε); να απαλλαχτούν(ε); να απαλλαγούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω απαλλάξει να έχω απαλλαχθεί; να έχω απαλλαχτεί; να έχω απαλλαγεί
εσύ — you να έχεις απαλλάξει να έχεις απαλλαχθεί; να έχεις απαλλαχτεί; να έχεις απαλλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει απαλλάξει να έχει απαλλαχθεί; να έχει απαλλαχτεί; να έχει απαλλαγεί
εμείς — we να έχουμε απαλλάξει να έχουμε απαλλαχθεί; να έχουμε απαλλαχτεί; να έχουμε απαλλαγεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε απαλλάξει να έχετε απαλλαχθεί; να έχετε απαλλαχτεί; να έχετε απαλλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν απαλλάξει να έχουν απαλλαχθεί; να έχουν απαλλαχτεί; να έχουν απαλλαγεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous απάλλασσε απαλλάσσετε να απαλλάσσεσαι (να-construction) απαλλάσσεστε
Simple απάλλαξε απαλλάξτε απαλλάξου απαλλαχθείτε / απαλλαχτείτε / απαλλαγείτε

Negative instructions use μη(ν) + subjunctive: μην απαλλάσσεις / μην απαλλάξεις; μην απαλλάσσεσαι / μην απαλλαχτείς. Απαλλάξετε is used after να, θα or μην, not as the direct plural imperative.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • απαλλάσσοντας — exempting / relieving; έχοντας απαλλάξει — having exempted / relieved.
  • απαλλασσόμενος, απαλλασσόμενη, απαλλασσόμενο — being exempted / relieved (formal participle).
  • απαλλαγμένος, απαλλαγμένη, απαλλαγμένο describes a resulting state and agrees with its noun or subject.
  • έχω απαλλαχθεί / έχω απαλλαχτεί / έχω απαλλαγεί expresses the passive perfect; είμαι απαλλαγμένος describes a state. These are not interchangeable in every context.
  • έχω + object + απαλλαγμένο can describe an object kept free or exempt; it is not the ordinary active perfect έχω απαλλάξει.
  • απαλλαχθ- and απαλλαχτ- are accepted passive stems; απαλλαγ- also occurs in forms such as να απαλλαγώ and έχω απαλλαγεί.
  • απήλλαξα, απηλλάγη and απηλλάγησαν are learned or formal variants.
  • απαλλάξει, απαλλαχθεί, απαλλαχτεί and απαλλαγεί are dependent forms used in compound constructions, not standalone infinitives.

Η απόφαση τον απάλλαξε από την υποχρέωση.

The decision exempted him from the obligation.

Θέλω να απαλλαγώ από αυτό το άγχος.

I want to get rid of this anxiety.

Το προϊόν είναι απαλλαγμένο από φόρους.

The product is exempt from taxes.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απαλλάσσω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apallasso/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /apallasso/