Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
απαντώ / απαντάω — to answer; to reply
Both active present forms are standard. Passive: απαντιέμαι, most commonly used of questions or messages: η ερώτηση απαντήθηκε (the question was answered).
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απαντάω, απαντώ | απαντιέμαι |
| εσύ — you | απαντάς | απαντιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απαντάει, απαντά | απαντιέται |
| εμείς — we | απαντάμε, απαντούμε | απαντιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | απαντάτε | απαντιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απαντάν(ε), απαντούν(ε) | απαντιούνται / απαντιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απαντούσα, απάνταγα | απαντιόμουν(α) |
| εσύ — you | απαντούσες, απάνταγες | απαντιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απαντούσε, απάνταγε | απαντιόταν(ε) |
| εμείς — we | απαντούσαμε, απαντάγαμε | απαντιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | απαντούσατε, απαντάγατε | απαντιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απαντούσαν(ε), απάνταγαν, απαντάγανε | απαντιόνταν(ε), απαντιούνταν, απαντιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απάντησα | απαντήθηκα |
| εσύ — you | απάντησες | απαντήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απάντησε | απαντήθηκε |
| εμείς — we | απαντήσαμε | απαντηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | απαντήσατε | απαντηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απάντησαν, απαντήσαν(ε) | απαντήθηκαν, απαντηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω απαντήσει | έχω απαντηθεί |
| εσύ — you | έχεις απαντήσει | έχεις απαντηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει απαντήσει | έχει απαντηθεί |
| εμείς — we | έχουμε απαντήσει | έχουμε απαντηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε απαντήσει | έχετε απαντηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν απαντήσει | έχουν απαντηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα απαντήσει | είχα απαντηθεί |
| εσύ — you | είχες απαντήσει | είχες απαντηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε απαντήσει | είχε απαντηθεί |
| εμείς — we | είχαμε απαντήσει | είχαμε απαντηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε απαντήσει | είχατε απαντηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν απαντήσει | είχαν απαντηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα απαντάω, θα απαντώ | θα απαντιέμαι |
| εσύ — you | θα απαντάς | θα απαντιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απαντάει, θα απαντά | θα απαντιέται |
| εμείς — we | θα απαντάμε, θα απαντούμε | θα απαντιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απαντάτε | θα απαντιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απαντάν(ε), θα απαντούν(ε) | θα απαντιούνται / θα απαντιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα απαντήσω | θα απαντηθώ |
| εσύ — you | θα απαντήσεις | θα απαντηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απαντήσει | θα απαντηθεί |
| εμείς — we | θα απαντήσουμε, θα απαντήσομε | θα απαντηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απαντήσετε | θα απαντηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απαντήσουν(ε) | θα απαντηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω απαντήσει | θα έχω απαντηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις απαντήσει | θα έχεις απαντηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει απαντήσει | θα έχει απαντηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε απαντήσει | θα έχουμε απαντηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε απαντήσει | θα έχετε απαντηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν απαντήσει | θα έχουν απαντηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να απαντάω, να απαντώ | να απαντιέμαι |
| εσύ — you | να απαντάς | να απαντιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απαντάει, να απαντά | να απαντιέται |
| εμείς — we | να απαντάμε, να απαντούμε | να απαντιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απαντάτε | να απαντιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απαντάν(ε), να απαντούν(ε) | να απαντιούνται / να απαντιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να απαντήσω | να απαντηθώ |
| εσύ — you | να απαντήσεις | να απαντηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απαντήσει | να απαντηθεί |
| εμείς — we | να απαντήσουμε, να απαντήσομε | να απαντηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απαντήσετε | να απαντηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απαντήσουν(ε) | να απαντηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω απαντήσει | να έχω απαντηθεί |
| εσύ — you | να έχεις απαντήσει | να έχεις απαντηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει απαντήσει | να έχει απαντηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε απαντήσει | να έχουμε απαντηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε απαντήσει | να έχετε απαντηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν απαντήσει | να έχουν απαντηθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | εσύ — singular | εσείς — plural / polite |
|---|---|---|
| Continuous | απάντα | απαντάτε |
| Simple | απάντησε | απαντήστε |
Negative instructions: μην απαντάς / μην απαντάτε (continuous); μην απαντήσεις / μην απαντήσετε (single action). Passive commands are uncommon in the meaning “be answered”; use an appropriate να-construction if needed.
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- απαντώντας — answering; έχοντας απαντήσει — having answered.
- απαντημένος, απαντημένη, απαντημένο describes something already answered. The ending agrees with the noun: οι απαντημένες ερωτήσεις.
- έχω απαντήσει is the active perfect; έχει απαντηθεί is the passive perfect for a singular question or message. Είναι απαντημένη describes the state of a question, not a separate interchangeable tense form.
- First- and second-person passive forms are unusual in the everyday “answer a question” meaning. They must not be understood as “I answer” or “I reply”.
- Formal απαντάται / απαντώνται and απαντώμενος often mean “is found / occurs” or “occurring”. This differs from the everyday meaning “reply”.
- απάνταγα and related imperfect forms are common conversational alternatives to απαντούσα.
- απαντήσει and απαντηθεί are dependent forms used in compound tenses, not standalone infinitives.
Απαντώ στην ερώτησή σου.
I am answering your question.
Απάντησέ μου όταν μπορέσεις.
Reply to me when you can.
Η ερώτηση έχει ήδη απαντηθεί.
The question has already been answered.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απαντώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apantao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/apantao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.