απειλώ (apeilo) — to threaten, endanger

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

απειλώ — to threaten; to endanger

Passive: απειλούμαι — to be threatened / endangered.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απειλώ απειλούμαι
εσύ — you απειλείς απειλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απειλεί απειλείται
εμείς — we απειλούμε απειλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) απειλείτε απειλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απειλούν(ε) απειλούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απειλούσα απειλούμουν
εσύ — you απειλούσες απειλούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απειλούσε απειλούνταν
εμείς — we απειλούσαμε απειλούμασταν
εσείς — you (plural / polite) απειλούσατε απειλούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they απειλούσαν(ε) απειλούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απείλησα απειλήθηκα
εσύ — you απείλησες απειλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απείλησε απειλήθηκε
εμείς — we απειλήσαμε απειληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) απειλήσατε απειληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απείλησαν, απειλήσαν(ε) απειλήθηκαν, απειληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω απειλήσει έχω απειληθεί
εσύ — you έχεις απειλήσει έχεις απειληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει απειλήσει έχει απειληθεί
εμείς — we έχουμε απειλήσει έχουμε απειληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε απειλήσει έχετε απειληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν απειλήσει έχουν απειληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα απειλήσει είχα απειληθεί
εσύ — you είχες απειλήσει είχες απειληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε απειλήσει είχε απειληθεί
εμείς — we είχαμε απειλήσει είχαμε απειληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε απειλήσει είχατε απειληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν απειλήσει είχαν απειληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απειλώ θα απειλούμαι
εσύ — you θα απειλείς θα απειλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απειλεί θα απειλείται
εμείς — we θα απειλούμε θα απειλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα απειλείτε θα απειλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απειλούν(ε) θα απειλούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απειλήσω θα απειληθώ
εσύ — you θα απειλήσεις θα απειληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απειλήσει θα απειληθεί
εμείς — we θα απειλήσουμε θα απειληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα απειλήσετε θα απειληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απειλήσουν(ε) θα απειληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω απειλήσει θα έχω απειληθεί
εσύ — you θα έχεις απειλήσει θα έχεις απειληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει απειλήσει θα έχει απειληθεί
εμείς — we θα έχουμε απειλήσει θα έχουμε απειληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε απειλήσει θα έχετε απειληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν απειλήσει θα έχουν απειληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απειλώ να απειλούμαι
εσύ — you να απειλείς να απειλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απειλεί να απειλείται
εμείς — we να απειλούμε να απειλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να απειλείτε να απειλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απειλούν(ε) να απειλούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απειλήσω να απειληθώ
εσύ — you να απειλήσεις να απειληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απειλήσει να απειληθεί
εμείς — we να απειλήσουμε, να απειλήσομε να απειληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να απειλήσετε να απειληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απειλήσουν(ε) να απειληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω απειλήσει να έχω απειληθεί
εσύ — you να έχεις απειλήσει να έχεις απειληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει απειλήσει να έχει απειληθεί
εμείς — we να έχουμε απειλήσει να έχουμε απειληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε απειλήσει να έχετε απειληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν απειλήσει να έχουν απειληθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous να απειλείς (να-construction) απειλείτε — —
Simple απείλησε απειλήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • απειλώντας — threatening; έχοντας απειλήσει — having threatened.
  • απειλούμενος, απειλούμενη, απειλούμενο — being threatened; also used adjectivally for endangered species.
  • απειλημένος, απειλημένη, απειλημένο describes a resulting state and agrees with the noun. It is not interchangeable with έχω απειληθεί in every sentence.
  • The ordinary active perfect is έχω απειλήσει; the passive perfect is έχω απειληθεί.
  • Formal imperfect variants: απειλείτο (third-person singular), απειλούντο (third-person plural).
  • Direct plural imperative: απειλήστε. Απειλήσετε requires θα, να or μην. Negative commands: μην απειλείς / μην απειλήσεις; μην απειλείτε / μην απειλήσετε.
  • Passive commands meaning “be threatened” are unusual, so they are not presented as everyday learner instructions.
  • απειλήσει and απειληθεί are dependent forms used in compound tenses, not standalone infinitives.

Η ξηρασία απειλεί τις καλλιέργειες.

Drought threatens the crops.

Πολλά είδη απειλούνται με εξαφάνιση.

Many species are threatened with extinction.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απειλώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apeilo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /apeilo/