αντλώ (antlo) — to draw, pump, derive

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αντλώ · to draw, pump, derive

Used for drawing or pumping liquid, and figuratively for deriving ideas or strength: Αντλώ δύναμη από την οικογένειά μου. — I draw strength from my family. Personal passive forms are uncommon; dashes mark forms not supplied here. The formal imperfect alternatives αντλείτο / αντλούντο are mainly found in writing.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαντλώαντλούμαι
εσύ · youαντλείςαντλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαντλείαντλείται
εμείς · weαντλούμεαντλούμαστε
εσείς · youαντλείτεαντλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαντλούν(ε)αντλούνται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαντλούσααντλούμουν
εσύ · youαντλούσες—
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαντλούσεαντλούνταν, αντλείτο
εμείς · weαντλούσαμεαντλούμαστε
εσείς · youαντλούσατε—
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαντλούσαν(ε)αντλούνταν, αντλούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάντλησααντλήθηκα
εσύ · youάντλησεςαντλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάντλησεαντλήθηκε
εμείς · weαντλήσαμεαντληθήκαμε
εσείς · youαντλήσατεαντληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάντλησαν, αντλήσαν(ε)αντλήθηκαν, αντληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αντλήσειέχω αντληθεί
εσύ · youέχεις αντλήσειέχεις αντληθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αντλήσειέχει αντληθεί
εμείς · weέχουμε αντλήσειέχουμε αντληθεί
εσείς · youέχετε αντλήσειέχετε αντληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αντλήσειέχουν αντληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αντλήσειείχα αντληθεί
εσύ · youείχες αντλήσειείχες αντληθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αντλήσειείχε αντληθεί
εμείς · weείχαμε αντλήσειείχαμε αντληθεί
εσείς · youείχατε αντλήσειείχατε αντληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αντλήσειείχαν αντληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αντλώθα αντλούμαι
εσύ · youθα αντλείςθα αντλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αντλείθα αντλείται
εμείς · weθα αντλούμεθα αντλούμαστε
εσείς · youθα αντλείτεθα αντλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αντλούν(ε)θα αντλούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αντλήσωθα αντληθώ
εσύ · youθα αντλήσειςθα αντληθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αντλήσειθα αντληθεί
εμείς · weθα αντλήσουμεθα αντληθούμε
εσείς · youθα αντλήσετεθα αντληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αντλήσουν(ε)θα αντληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αντλήσειθα έχω αντληθεί
εσύ · youθα έχεις αντλήσειθα έχεις αντληθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αντλήσειθα έχει αντληθεί
εμείς · weθα έχουμε αντλήσειθα έχουμε αντληθεί
εσείς · youθα έχετε αντλήσειθα έχετε αντληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αντλήσειθα έχουν αντληθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αντλώνα αντλούμαι
εσύ · youνα αντλείςνα αντλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αντλείνα αντλείται
εμείς · weνα αντλούμενα αντλούμαστε
εσείς · youνα αντλείτενα αντλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αντλούν(ε)να αντλούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αντλήσωνα αντληθώ
εσύ · youνα αντλήσειςνα αντληθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αντλήσεινα αντληθεί
εμείς · weνα αντλήσουμε, να αντλήσομενα αντληθούμε
εσείς · youνα αντλήσετενα αντληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αντλήσουν(ε)να αντληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αντλήσεινα έχω αντληθεί
εσύ · youνα έχεις αντλήσεινα έχεις αντληθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αντλήσεινα έχει αντληθεί
εμείς · weνα έχουμε αντλήσεινα έχουμε αντληθεί
εσείς · youνα έχετε αντλήσεινα έχετε αντληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αντλήσεινα έχουν αντληθεί

Imperative · Προστακτική

Simple active: άντλησε / αντλήστε. Continuous plural: αντλείτε. The ending -ήσετε belongs with να / θα, not the affirmative command.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αντλώντας.

Perfect participial construction: έχοντας αντλήσει; passive έχοντας αντληθεί.

Participial adjective: αντλημένος, αντλημένη, αντλημένο. Its use depends on the state or result being described.

Invariant compound-tense forms: αντλήσει / αντληθεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/antlo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /antlo/