Modern Greek verb conjugation
αντιπροσωπεύω · to represent
Αντιπροσωπεύω την ομάδα. — I represent the team. Passive forms in -θ- are more formal alternatives to those in -τ-. A state such as είναι αντιπροσωπευμένος is distinguished from the compound perfect έχει αντιπροσωπευτεί.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αντιπροσωπεύω | αντιπροσωπεύομαι |
| εσύ · you | αντιπροσωπεύεις | αντιπροσωπεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αντιπροσωπεύει | αντιπροσωπεύεται |
| εμείς · we | αντιπροσωπεύουμε, αντιπροσωπεύομε | αντιπροσωπευόμαστε |
| εσείς · you | αντιπροσωπεύετε | αντιπροσωπεύεστε, αντιπροσωπευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αντιπροσωπεύουν(ε) | αντιπροσωπεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αντιπροσώπευα | αντιπροσωπευόμουν(α) |
| εσύ · you | αντιπροσώπευες | αντιπροσωπευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αντιπροσώπευε | αντιπροσωπευόταν(ε) |
| εμείς · we | αντιπροσωπεύαμε | αντιπροσωπευόμαστε |
| εσείς · you | αντιπροσωπεύατε | αντιπροσωπευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αντιπροσώπευαν, αντιπροσωπεύαν(ε) | αντιπροσωπεύονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αντιπροσώπευσα | αντιπροσωπεύτηκα, αντιπροσωπεύθηκα |
| εσύ · you | αντιπροσώπευσες | αντιπροσωπεύτηκες, αντιπροσωπεύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αντιπροσώπευσε | αντιπροσωπεύτηκε, αντιπροσωπεύθηκε |
| εμείς · we | αντιπροσωπεύσαμε | αντιπροσωπευτήκαμε, αντιπροσωπευθήκαμε |
| εσείς · you | αντιπροσωπεύσατε | αντιπροσωπευτήκατε, αντιπροσωπευθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αντιπροσώπευσαν, αντιπροσωπεύσαν(ε) | αντιπροσωπεύτηκαν, αντιπροσωπευθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αντιπροσωπεύσει | έχω αντιπροσωπευτεί έχω αντιπροσωπευθεί |
| εσύ · you | έχεις αντιπροσωπεύσει | έχεις αντιπροσωπευτεί έχεις αντιπροσωπευθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αντιπροσωπεύσει | έχει αντιπροσωπευτεί έχει αντιπροσωπευθεί |
| εμείς · we | έχουμε αντιπροσωπεύσει | έχουμε αντιπροσωπευτεί έχουμε αντιπροσωπευθεί |
| εσείς · you | έχετε αντιπροσωπεύσει | έχετε αντιπροσωπευτεί έχετε αντιπροσωπευθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αντιπροσωπεύσει | έχουν αντιπροσωπευτεί έχουν αντιπροσωπευθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αντιπροσωπεύσει | είχα αντιπροσωπευτεί είχα αντιπροσωπευθεί |
| εσύ · you | είχες αντιπροσωπεύσει | είχες αντιπροσωπευτεί είχες αντιπροσωπευθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αντιπροσωπεύσει | είχε αντιπροσωπευτεί είχε αντιπροσωπευθεί |
| εμείς · we | είχαμε αντιπροσωπεύσει | είχαμε αντιπροσωπευτεί είχαμε αντιπροσωπευθεί |
| εσείς · you | είχατε αντιπροσωπεύσει | είχατε αντιπροσωπευτεί είχατε αντιπροσωπευθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αντιπροσωπεύσει | είχαν αντιπροσωπευτεί είχαν αντιπροσωπευθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αντιπροσωπεύω | θα αντιπροσωπεύομαι |
| εσύ · you | θα αντιπροσωπεύεις | θα αντιπροσωπεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αντιπροσωπεύει | θα αντιπροσωπεύεται |
| εμείς · we | θα αντιπροσωπεύουμε, θα αντιπροσωπεύομε | θα αντιπροσωπευόμαστε |
| εσείς · you | θα αντιπροσωπεύετε | θα αντιπροσωπεύεστε, θα αντιπροσωπευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αντιπροσωπεύουν(ε) | θα αντιπροσωπεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αντιπροσωπεύσω | θα αντιπροσωπευτώ, θα αντιπροσωπευθώ |
| εσύ · you | θα αντιπροσωπεύσεις | θα αντιπροσωπευτείς, θα αντιπροσωπευθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αντιπροσωπεύσει | θα αντιπροσωπευτεί, θα αντιπροσωπευθεί |
| εμείς · we | θα αντιπροσωπεύσουμε, θα αντιπροσωπεύσομε | θα αντιπροσωπευτούμε, θα αντιπροσωπευθούμε |
| εσείς · you | θα αντιπροσωπεύσετε | θα αντιπροσωπευτείτε, θα αντιπροσωπευθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αντιπροσωπεύσουν(ε) | θα αντιπροσωπευτούν(ε), θα αντιπροσωπευθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αντιπροσωπεύσει | θα έχω αντιπροσωπευτεί θα έχω αντιπροσωπευθεί |
| εσύ · you | θα έχεις αντιπροσωπεύσει | θα έχεις αντιπροσωπευτεί θα έχεις αντιπροσωπευθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αντιπροσωπεύσει | θα έχει αντιπροσωπευτεί θα έχει αντιπροσωπευθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αντιπροσωπεύσει | θα έχουμε αντιπροσωπευτεί θα έχουμε αντιπροσωπευθεί |
| εσείς · you | θα έχετε αντιπροσωπεύσει | θα έχετε αντιπροσωπευτεί θα έχετε αντιπροσωπευθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αντιπροσωπεύσει | θα έχουν αντιπροσωπευτεί θα έχουν αντιπροσωπευθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αντιπροσωπεύω | να αντιπροσωπεύομαι |
| εσύ · you | να αντιπροσωπεύεις | να αντιπροσωπεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αντιπροσωπεύει | να αντιπροσωπεύεται |
| εμείς · we | να αντιπροσωπεύουμε, να αντιπροσωπεύομε | να αντιπροσωπευόμαστε |
| εσείς · you | να αντιπροσωπεύετε | να αντιπροσωπεύεστε, να αντιπροσωπευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αντιπροσωπεύουν(ε) | να αντιπροσωπεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αντιπροσωπεύσω | να αντιπροσωπευτώ, να αντιπροσωπευθώ |
| εσύ · you | να αντιπροσωπεύσεις | να αντιπροσωπευτείς, να αντιπροσωπευθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αντιπροσωπεύσει | να αντιπροσωπευτεί, να αντιπροσωπευθεί |
| εμείς · we | να αντιπροσωπεύσουμε, να αντιπροσωπεύσομε | να αντιπροσωπευτούμε, να αντιπροσωπευθούμε |
| εσείς · you | να αντιπροσωπεύσετε | να αντιπροσωπευτείτε, να αντιπροσωπευθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αντιπροσωπεύσουν(ε) | να αντιπροσωπευτούν(ε), να αντιπροσωπευθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αντιπροσωπεύσει | να έχω αντιπροσωπευτεί να έχω αντιπροσωπευθεί |
| εσύ · you | να έχεις αντιπροσωπεύσει | να έχεις αντιπροσωπευτεί να έχεις αντιπροσωπευθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αντιπροσωπεύσει | να έχει αντιπροσωπευτεί να έχει αντιπροσωπευθεί |
| εμείς · we | να έχουμε αντιπροσωπεύσει | να έχουμε αντιπροσωπευτεί να έχουμε αντιπροσωπευθεί |
| εσείς · you | να έχετε αντιπροσωπεύσει | να έχετε αντιπροσωπευτεί να έχετε αντιπροσωπευθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αντιπροσωπεύσει | να έχουν αντιπροσωπευτεί να έχουν αντιπροσωπευθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: αντιπροσώπευε / αντιπροσωπεύετε. Simple: αντιπροσώπευσε / αντιπροσωπεύστε. Passive: αντιπροσωπεύσου / αντιπροσωπευτείτε, when the meaning permits a command.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αντιπροσωπεύοντας.
Perfect participial construction: έχοντας αντιπροσωπεύσει; passive έχοντας αντιπροσωπευτεί / αντιπροσωπευθεί.
Participial adjective: αντιπροσωπευμένος, αντιπροσωπευμένη, αντιπροσωπευμένο. Its use depends on the state or result being described.
Invariant compound-tense forms: αντιπροσωπεύσει / αντιπροσωπευτεί / αντιπροσωπευθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/antiprosopeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.