εξολοθρεύω (eksolothreuo) — to exterminate

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξολοθρεύω means to exterminate or destroy completely. It is stronger than a general verb such as αφαιρώ, “remove”.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξολοθρεύω εξολοθρεύομαι
εσύ — you εξολοθρεύεις εξολοθρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξολοθρεύει εξολοθρεύεται
εμείς — we εξολοθρεύουμε, εξολοθρεύομε εξολοθρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξολοθρεύετε εξολοθρεύεστε, εξολοθρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξολοθρεύουν(ε) εξολοθρεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξολόθρευα εξολοθρευόμουν(α)
εσύ — you εξολόθρευες εξολοθρευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξολόθρευε εξολοθρευόταν(ε)
εμείς — we εξολοθρεύαμε εξολοθρευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξολοθρεύατε εξολοθρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξολόθρευαν, εξολοθρεύαν(ε) εξολοθρεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξολόθρευσα, εξολόθρεψα εξολοθρεύτηκα, εξολοθρεύθηκα
εσύ — you εξολόθρευσες, εξολόθρεψες εξολοθρεύτηκες, εξολοθρεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξολόθρευσε, εξολόθρεψε εξολοθρεύτηκε, εξολοθρεύθηκε
εμείς — we εξολοθρεύσαμε, εξολοθρέψαμε εξολοθρευτήκαμε, εξολοθρευθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξολοθρεύσατε, εξολοθρέψατε εξολοθρευτήκατε, εξολοθρευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξολόθρευσαν, εξολοθρεύσαν(ε), εξολόθρεψαν, εξολοθρέψαν(ε) εξολοθρεύτηκαν, εξολοθρευτήκαν(ε), εξολοθρεύθηκαν, εξολοθρευθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξολοθρεύσει έχω εξολοθρευτεί
εσύ — you έχεις εξολοθρεύσει έχεις εξολοθρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξολοθρεύσει έχει εξολοθρευτεί
εμείς — we έχουμε εξολοθρεύσει έχουμε εξολοθρευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξολοθρεύσει έχετε εξολοθρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξολοθρεύσει έχουν εξολοθρευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξολοθρεύσει είχα εξολοθρευτεί
εσύ — you είχες εξολοθρεύσει είχες εξολοθρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξολοθρεύσει είχε εξολοθρευτεί
εμείς — we είχαμε εξολοθρεύσει είχαμε εξολοθρευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξολοθρεύσει είχατε εξολοθρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξολοθρεύσει είχαν εξολοθρευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξολοθρεύω θα εξολοθρεύομαι
εσύ — you θα εξολοθρεύεις θα εξολοθρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξολοθρεύει θα εξολοθρεύεται
εμείς — we θα εξολοθρεύουμε, θα εξολοθρεύομε θα εξολοθρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξολοθρεύετε θα εξολοθρεύεστε, θα εξολοθρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξολοθρεύουν(ε) θα εξολοθρεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξολοθρεύσω, θα εξολοθρέψω θα εξολοθρευτώ, θα εξολοθρευθώ
εσύ — you θα εξολοθρεύσεις, θα εξολοθρέψεις θα εξολοθρευτείς, θα εξολοθρευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξολοθρεύσει, θα εξολοθρέψει θα εξολοθρευτεί, θα εξολοθρευθεί
εμείς — we θα εξολοθρεύσουμε, θα εξολοθρεύσομε, θα εξολοθρέψουμε, θα εξολοθρέψομε θα εξολοθρευτούμε, θα εξολοθρευθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξολοθρεύσετε, θα εξολοθρέψετε θα εξολοθρευτείτε, θα εξολοθρευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξολοθρεύσουν(ε), θα εξολοθρέψουν(ε) θα εξολοθρευτούν(ε), θα εξολοθρευθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξολοθρεύσει θα έχω εξολοθρευτεί
εσύ — you θα έχεις εξολοθρεύσει θα έχεις εξολοθρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξολοθρεύσει θα έχει εξολοθρευτεί
εμείς — we θα έχουμε εξολοθρεύσει θα έχουμε εξολοθρευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξολοθρεύσει θα έχετε εξολοθρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξολοθρεύσει θα έχουν εξολοθρευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξολοθρεύω να εξολοθρεύομαι
εσύ — you να εξολοθρεύεις να εξολοθρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξολοθρεύει να εξολοθρεύεται
εμείς — we να εξολοθρεύουμε, να εξολοθρεύομε να εξολοθρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξολοθρεύετε να εξολοθρεύεστε, να εξολοθρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξολοθρεύουν(ε) να εξολοθρεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξολοθρεύσω, να εξολοθρέψω να εξολοθρευτώ, να εξολοθρευθώ
εσύ — you να εξολοθρεύσεις, να εξολοθρέψεις να εξολοθρευτείς, να εξολοθρευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξολοθρεύσει, να εξολοθρέψει να εξολοθρευτεί, να εξολοθρευθεί
εμείς — we να εξολοθρεύσουμε, να εξολοθρεύσομε, να εξολοθρέψουμε, να εξολοθρέψομε να εξολοθρευτούμε, να εξολοθρευθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξολοθρεύσετε, να εξολοθρέψετε να εξολοθρευτείτε, να εξολοθρευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξολοθρεύσουν(ε), να εξολοθρέψουν(ε) να εξολοθρευτούν(ε), να εξολοθρευθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξολοθρεύσει να έχω εξολοθρευτεί
εσύ — you να έχεις εξολοθρεύσει να έχεις εξολοθρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξολοθρεύσει να έχει εξολοθρευτεί
εμείς — we να έχουμε εξολοθρεύσει να έχουμε εξολοθρευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξολοθρεύσει να έχετε εξολοθρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξολοθρεύσει να έχουν εξολοθρευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εξολόθρευε εξολοθρεύετε — —
Simple εξολόθρευσε, εξολόθρεψε εξολοθρεύστε, εξολοθρέψτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The perfective active variants are εξολόθρευσα / εξολοθρεύσει and εξολόθρεψα / εξολοθρέψει. The compound tables consistently use the first.
  • The passive uses εξολοθρευτεί; εξολοθρευθεί is more formal. εξολοθρευμένος, -η, -ο describes the resulting state. Personal passive commands are uncommon.

Τα έντομα εξολοθρεύτηκαν.

The insects were exterminated.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξολοθρεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksolothreuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eksolothreuo/