Everyday Greek · Core 100
εξηγώ: core forms & usage
to explain
The present second person is εξηγείς. The imperfect is εξηγούσα and the aorist is εξήγησα.
Εξηγώ την άσκηση με ένα παράδειγμα.
I explain the exercise with an example.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | εξηγώ |
| you (singular) | εξηγείς |
| he / she / it | εξηγεί |
| we | εξηγούμε |
| you (plural or polite) | εξηγείτε |
| they | εξηγούν, εξηγούνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | εξηγούσα |
| you (singular) | εξηγούσες |
| he / she / it | εξηγούσε |
| we | εξηγούσαμε |
| you (plural or polite) | εξηγούσατε |
| they | εξηγούσαν, εξηγούσανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | εξήγησα |
| you (singular) | εξήγησες |
| he / she / it | εξήγησε |
| we | εξηγήσαμε |
| you (plural or polite) | εξηγήσατε |
| they | εξήγησαν, εξηγήσαν, εξηγήσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα εξηγήσω |
| you (singular) | θα εξηγήσεις |
| he / she / it | θα εξηγήσει |
| we | θα εξηγήσουμε |
| you (plural or polite) | θα εξηγήσετε |
| they | θα εξηγήσουν, θα εξηγήσουνε |
Core reference checked 22 October 2026 · Coverage & checking
See this verb in use
Ο δάσκαλος εξηγεί την άσκηση.
The teacher is explaining the exercise.
Εξηγώ means explain. The thing explained is a direct object. To name the listener, use σε: εξηγώ την άσκηση στη Μαρία, I explain the exercise to Maria.
Compare the meanings: διδάσκω (didasko) — to teach
εξηγώ means to explain. εξηγούμαι can mean to be explained or to explain oneself, depending on the subject and context.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | εξηγώ | εξηγούμαι |
| εσύ — you | εξηγείς | εξηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εξηγεί | εξηγείται |
| εμείς — we | εξηγούμε | εξηγούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | εξηγείτε | εξηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εξηγούν(ε) | εξηγούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | εξηγούσα | εξηγούμουν |
| εσύ — you | εξηγούσες | εξηγούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εξηγούσε | εξηγούνταν, εξηγείτο |
| εμείς — we | εξηγούσαμε | εξηγούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | εξηγούσατε | εξηγούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εξηγούσαν(ε) | εξηγούνταν, εξηγούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | εξήγησα | εξηγήθηκα |
| εσύ — you | εξήγησες | εξηγήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εξήγησε | εξηγήθηκε |
| εμείς — we | εξηγήσαμε | εξηγηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | εξηγήσατε | εξηγηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εξήγησαν, εξηγήσαν(ε) | εξηγήθηκαν, εξηγηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω εξηγήσει | έχω εξηγηθεί |
| εσύ — you | έχεις εξηγήσει | έχεις εξηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει εξηγήσει | έχει εξηγηθεί |
| εμείς — we | έχουμε εξηγήσει | έχουμε εξηγηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε εξηγήσει | έχετε εξηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν εξηγήσει | έχουν εξηγηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα εξηγήσει | είχα εξηγηθεί |
| εσύ — you | είχες εξηγήσει | είχες εξηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε εξηγήσει | είχε εξηγηθεί |
| εμείς — we | είχαμε εξηγήσει | είχαμε εξηγηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε εξηγήσει | είχατε εξηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν εξηγήσει | είχαν εξηγηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα εξηγώ | θα εξηγούμαι |
| εσύ — you | θα εξηγείς | θα εξηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα εξηγεί | θα εξηγείται |
| εμείς — we | θα εξηγούμε | θα εξηγούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα εξηγείτε | θα εξηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα εξηγούν(ε) | θα εξηγούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα εξηγήσω | θα εξηγηθώ |
| εσύ — you | θα εξηγήσεις | θα εξηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα εξηγήσει | θα εξηγηθεί |
| εμείς — we | θα εξηγήσουμε | θα εξηγηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα εξηγήσετε | θα εξηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα εξηγήσουν(ε) | θα εξηγηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω εξηγήσει | θα έχω εξηγηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις εξηγήσει | θα έχεις εξηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει εξηγήσει | θα έχει εξηγηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε εξηγήσει | θα έχουμε εξηγηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε εξηγήσει | θα έχετε εξηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν εξηγήσει | θα έχουν εξηγηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να εξηγώ | να εξηγούμαι |
| εσύ — you | να εξηγείς | να εξηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να εξηγεί | να εξηγείται |
| εμείς — we | να εξηγούμε | να εξηγούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να εξηγείτε | να εξηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να εξηγούν(ε) | να εξηγούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να εξηγήσω | να εξηγηθώ |
| εσύ — you | να εξηγήσεις | να εξηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να εξηγήσει | να εξηγηθεί |
| εμείς — we | να εξηγήσουμε, να εξηγήσομε | να εξηγηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να εξηγήσετε | να εξηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να εξηγήσουν(ε) | να εξηγηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω εξηγήσει | να έχω εξηγηθεί |
| εσύ — you | να έχεις εξηγήσει | να έχεις εξηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει εξηγήσει | να έχει εξηγηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε εξηγήσει | να έχουμε εξηγηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε εξηγήσει | να έχετε εξηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν εξηγήσει | να έχουν εξηγηθεί |
Imperative · Προστακτική
For ongoing action, να εξηγείς / να εξηγείτε can be used. εξηγήσου / εξηγηθείτε means explain yourself / yourselves in a suitable context.
Simple: εξήγησε (εσύ); εξηγήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- εξηγημένος, -η, -ο describes something explained; a personal είμαι εξηγημένος is not a universal replacement for έχω εξηγηθεί.
- Do not confuse εξηγώ with εξάγω, “export / derive”, whose perfect is έχω εξαγάγει.
Εξήγησέ μου τι συνέβη.
Explain to me what happened.
Αυτό εξηγείται εύκολα.
That is easily explained.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξηγώ.
https://moderngreekverbs.com/eksigo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.