Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διδάσκω — to teach

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

διδάσκω: core forms & usage

to teach

The perfective stem changes -σκ- to -ξ-: δίδαξα, θα διδάξω.

Διδάσκω ελληνικά σε μια μικρή ομάδα.

I teach Greek to a small group.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iδιδάσκω
you (singular)διδάσκεις
he / she / itδιδάσκει
weδιδάσκουμε, διδάσκομε
you (plural or polite)διδάσκετε
theyδιδάσκουν, διδάσκουνε

Imperfect

PersonForms
Iδίδασκα
you (singular)δίδασκες
he / she / itδίδασκε
weδιδάσκαμε
you (plural or polite)διδάσκατε
theyδίδασκαν, διδάσκαν, διδάσκανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iδίδαξα
you (singular)δίδαξες
he / she / itδίδαξε
weδιδάξαμε
you (plural or polite)διδάξατε
theyδίδαξαν, διδάξαν, διδάξανε

Simple future

PersonForms
Iθα διδάξω
you (singular)θα διδάξεις
he / she / itθα διδάξει
weθα διδάξουμε, θα διδάξομε
you (plural or polite)θα διδάξετε
theyθα διδάξουν, θα διδάξουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Διδάσκω ελληνικά σε ενήλικες.

I teach Greek to adults.

Διδάσκω describes teaching; μαθαίνω commonly describes learning. In this sentence ελληνικά names what is taught and σε ενήλικες identifies the learners.

Compare the meanings: μαθαίνω (mathaino) — to learn; to find out; to teach · διαβάζω (diabazo) — to read, study

διδάσκω means to teach. διδάσκομαι can mean to be taught or to learn from instruction or experience.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διδάσκω διδάσκομαι
εσύ — you διδάσκεις διδάσκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διδάσκει διδάσκεται
εμείς — we διδάσκουμε, διδάσκομε διδασκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διδάσκετε διδάσκεστε, διδασκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διδάσκουν(ε) διδάσκονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δίδασκα διδασκόμουν(α)
εσύ — you δίδασκες διδασκόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δίδασκε διδασκόταν(ε)
εμείς — we διδάσκαμε διδασκόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διδάσκατε διδασκόσαστε, διδασκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δίδασκαν, διδάσκαν(ε) διδάσκονταν, διδασκόντανε, διδασκόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δίδαξα διδάχτηκα
εσύ — you δίδαξες διδάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δίδαξε διδάχτηκε
εμείς — we διδάξαμε διδαχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διδάξατε διδαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δίδαξαν, διδάξαν(ε) διδάχτηκαν, διδαχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διδάξει έχω διδαχτεί
εσύ — you έχεις διδάξει έχεις διδαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διδάξει έχει διδαχτεί
εμείς — we έχουμε διδάξει έχουμε διδαχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διδάξει έχετε διδαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διδάξει έχουν διδαχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διδάξει είχα διδαχτεί
εσύ — you είχες διδάξει είχες διδαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διδάξει είχε διδαχτεί
εμείς — we είχαμε διδάξει είχαμε διδαχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διδάξει είχατε διδαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διδάξει είχαν διδαχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διδάσκω θα διδάσκομαι
εσύ — you θα διδάσκεις θα διδάσκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διδάσκει θα διδάσκεται
εμείς — we θα διδάσκουμε, θα διδάσκομε θα διδασκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διδάσκετε θα διδάσκεστε, θα διδασκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διδάσκουν(ε) θα διδάσκονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διδάξω θα διδαχτώ
εσύ — you θα διδάξεις θα διδαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διδάξει θα διδαχτεί
εμείς — we θα διδάξουμε, θα διδάξομε θα διδαχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διδάξετε θα διδαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διδάξουν(ε) θα διδαχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διδάξει θα έχω διδαχτεί
εσύ — you θα έχεις διδάξει θα έχεις διδαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διδάξει θα έχει διδαχτεί
εμείς — we θα έχουμε διδάξει θα έχουμε διδαχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διδάξει θα έχετε διδαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διδάξει θα έχουν διδαχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διδάσκω να διδάσκομαι
εσύ — you να διδάσκεις να διδάσκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διδάσκει να διδάσκεται
εμείς — we να διδάσκουμε, να διδάσκομε να διδασκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διδάσκετε να διδάσκεστε, να διδασκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διδάσκουν(ε) να διδάσκονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διδάξω να διδαχτώ
εσύ — you να διδάξεις να διδαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διδάξει να διδαχτεί
εμείς — we να διδάξουμε, να διδάξομε να διδαχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να διδάξετε να διδαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διδάξουν(ε) να διδαχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διδάξει να έχω διδαχτεί
εσύ — you να έχεις διδάξει να έχεις διδαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διδάξει να έχει διδαχτεί
εμείς — we να έχουμε διδάξει να έχουμε διδαχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διδάξει να έχετε διδαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διδάξει να έχουν διδαχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δίδασκε διδάσκετε — διδάσκεστε
Simple δίδαξε διδάξτε, διδάχτε διδάξου διδαχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The singular commands are δίδασκε and δίδαξε.
  • διδαγμένος, -η, -ο is a result participle. The learned passive forms διδάχθηκα / διδαχθεί are also used alongside διδάχτηκα / διδαχτεί.

Διδάσκει ελληνικά σε ενήλικες.

She teaches Greek to adults.

Διδάξου από τα λάθη σου.

Learn from your mistakes.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διδάσκω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/didasko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /didasko/