Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
διδάσκω: core forms & usage
to teach
The perfective stem changes -σκ- to -ξ-: δίδαξα, θα διδάξω.
Διδάσκω ελληνικά σε μια μικρή ομάδα.
I teach Greek to a small group.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | διδάσκω |
| you (singular) | διδάσκεις |
| he / she / it | διδάσκει |
| we | διδάσκουμε, διδάσκομε |
| you (plural or polite) | διδάσκετε |
| they | διδάσκουν, διδάσκουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | δίδασκα |
| you (singular) | δίδασκες |
| he / she / it | δίδασκε |
| we | διδάσκαμε |
| you (plural or polite) | διδάσκατε |
| they | δίδασκαν, διδάσκαν, διδάσκανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | δίδαξα |
| you (singular) | δίδαξες |
| he / she / it | δίδαξε |
| we | διδάξαμε |
| you (plural or polite) | διδάξατε |
| they | δίδαξαν, διδάξαν, διδάξανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα διδάξω |
| you (singular) | θα διδάξεις |
| he / she / it | θα διδάξει |
| we | θα διδάξουμε, θα διδάξομε |
| you (plural or polite) | θα διδάξετε |
| they | θα διδάξουν, θα διδάξουνε |
See this verb in use
Διδάσκω ελληνικά σε ενήλικες.
I teach Greek to adults.
Διδάσκω describes teaching; μαθαίνω commonly describes learning. In this sentence ελληνικά names what is taught and σε ενήλικες identifies the learners.
Compare the meanings: μαθαίνω (mathaino) — to learn; to find out; to teach · διαβάζω (diabazo) — to read, study
διδάσκω means to teach. διδάσκομαι can mean to be taught or to learn from instruction or experience.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | διδάσκω | διδάσκομαι |
| εσύ — you | διδάσκεις | διδάσκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διδάσκει | διδάσκεται |
| εμείς — we | διδάσκουμε, διδάσκομε | διδασκόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | διδάσκετε | διδάσκεστε, διδασκόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διδάσκουν(ε) | διδάσκονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δίδασκα | διδασκόμουν(α) |
| εσύ — you | δίδασκες | διδασκόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δίδασκε | διδασκόταν(ε) |
| εμείς — we | διδάσκαμε | διδασκόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | διδάσκατε | διδασκόσαστε, διδασκόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δίδασκαν, διδάσκαν(ε) | διδάσκονταν, διδασκόντανε, διδασκόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δίδαξα | διδάχτηκα |
| εσύ — you | δίδαξες | διδάχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δίδαξε | διδάχτηκε |
| εμείς — we | διδάξαμε | διδαχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | διδάξατε | διδαχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δίδαξαν, διδάξαν(ε) | διδάχτηκαν, διδαχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω διδάξει | έχω διδαχτεί |
| εσύ — you | έχεις διδάξει | έχεις διδαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει διδάξει | έχει διδαχτεί |
| εμείς — we | έχουμε διδάξει | έχουμε διδαχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε διδάξει | έχετε διδαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν διδάξει | έχουν διδαχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα διδάξει | είχα διδαχτεί |
| εσύ — you | είχες διδάξει | είχες διδαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε διδάξει | είχε διδαχτεί |
| εμείς — we | είχαμε διδάξει | είχαμε διδαχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε διδάξει | είχατε διδαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν διδάξει | είχαν διδαχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα διδάσκω | θα διδάσκομαι |
| εσύ — you | θα διδάσκεις | θα διδάσκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα διδάσκει | θα διδάσκεται |
| εμείς — we | θα διδάσκουμε, θα διδάσκομε | θα διδασκόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα διδάσκετε | θα διδάσκεστε, θα διδασκόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα διδάσκουν(ε) | θα διδάσκονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα διδάξω | θα διδαχτώ |
| εσύ — you | θα διδάξεις | θα διδαχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα διδάξει | θα διδαχτεί |
| εμείς — we | θα διδάξουμε, θα διδάξομε | θα διδαχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα διδάξετε | θα διδαχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα διδάξουν(ε) | θα διδαχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω διδάξει | θα έχω διδαχτεί |
| εσύ — you | θα έχεις διδάξει | θα έχεις διδαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει διδάξει | θα έχει διδαχτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε διδάξει | θα έχουμε διδαχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε διδάξει | θα έχετε διδαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν διδάξει | θα έχουν διδαχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να διδάσκω | να διδάσκομαι |
| εσύ — you | να διδάσκεις | να διδάσκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να διδάσκει | να διδάσκεται |
| εμείς — we | να διδάσκουμε, να διδάσκομε | να διδασκόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να διδάσκετε | να διδάσκεστε, να διδασκόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να διδάσκουν(ε) | να διδάσκονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να διδάξω | να διδαχτώ |
| εσύ — you | να διδάξεις | να διδαχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να διδάξει | να διδαχτεί |
| εμείς — we | να διδάξουμε, να διδάξομε | να διδαχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να διδάξετε | να διδαχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να διδάξουν(ε) | να διδαχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω διδάξει | να έχω διδαχτεί |
| εσύ — you | να έχεις διδάξει | να έχεις διδαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει διδάξει | να έχει διδαχτεί |
| εμείς — we | να έχουμε διδάξει | να έχουμε διδαχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε διδάξει | να έχετε διδαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν διδάξει | να έχουν διδαχτεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | δίδασκε | διδάσκετε | — | διδάσκεστε |
| Simple | δίδαξε | διδάξτε, διδάχτε | διδάξου | διδαχτείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The singular commands are δίδασκε and δίδαξε.
- διδαγμένος, -η, -ο is a result participle. The learned passive forms διδάχθηκα / διδαχθεί are also used alongside διδάχτηκα / διδαχτεί.
Διδάσκει ελληνικά σε ενήλικες.
She teaches Greek to adults.
Διδάξου από τα λάθη σου.
Learn from your mistakes.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διδάσκω.
https://moderngreekverbs.com/didasko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.