Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

πλέκω — to knit; to braid; to weave

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πλέκω means to knit, braid, or weave. The passive means to be knitted, braided, or woven, with figurative uses too.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πλέκω πλέκομαι
εσύ — you πλέκεις πλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πλέκει πλέκεται
εμείς — we πλέκουμε, πλέκομε πλεκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πλέκετε πλέκεστε, πλεκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πλέκουν(ε) πλέκονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπλεκα πλεκόμουν(α)
εσύ — you έπλεκες πλεκόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπλεκε πλεκόταν(ε)
εμείς — we πλέκαμε πλεκόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πλέκατε πλεκόσαστε, πλεκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπλεκαν, πλέκαν(ε) πλέκονταν, πλεκόντανε, πλεκόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπλεξα πλέχτηκα
εσύ — you έπλεξες πλέχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπλεξε πλέχτηκε
εμείς — we πλέξαμε πλεχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πλέξατε πλεχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπλεξαν, πλέξαν(ε) πλέχτηκαν, πλεχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πλέξει έχω πλεχτεί
εσύ — you έχεις πλέξει έχεις πλεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πλέξει έχει πλεχτεί
εμείς — we έχουμε πλέξει έχουμε πλεχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πλέξει έχετε πλεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πλέξει έχουν πλεχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πλέξει είχα πλεχτεί
εσύ — you είχες πλέξει είχες πλεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πλέξει είχε πλεχτεί
εμείς — we είχαμε πλέξει είχαμε πλεχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πλέξει είχατε πλεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πλέξει είχαν πλεχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πλέκω θα πλέκομαι
εσύ — you θα πλέκεις θα πλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πλέκει θα πλέκεται
εμείς — we θα πλέκουμε, θα πλέκομε θα πλεκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πλέκετε θα πλέκεστε, θα πλεκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πλέκουν(ε) θα πλέκονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πλέξω θα πλεχτώ
εσύ — you θα πλέξεις θα πλεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πλέξει θα πλεχτεί
εμείς — we θα πλέξουμε, θα πλέξομε θα πλεχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πλέξετε θα πλεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πλέξουν(ε) θα πλεχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πλέξει θα έχω πλεχτεί
εσύ — you θα έχεις πλέξει θα έχεις πλεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πλέξει θα έχει πλεχτεί
εμείς — we θα έχουμε πλέξει θα έχουμε πλεχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πλέξει θα έχετε πλεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πλέξει θα έχουν πλεχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πλέκω να πλέκομαι
εσύ — you να πλέκεις να πλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πλέκει να πλέκεται
εμείς — we να πλέκουμε, να πλέκομε να πλεκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πλέκετε να πλέκεστε, να πλεκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πλέκουν(ε) να πλέκονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πλέξω να πλεχτώ
εσύ — you να πλέξεις να πλεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πλέξει να πλεχτεί
εμείς — we να πλέξουμε, να πλέξομε να πλεχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να πλέξετε να πλεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πλέξουν(ε) να πλεχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πλέξει να έχω πλεχτεί
εσύ — you να έχεις πλέξει να έχεις πλεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πλέξει να έχει πλεχτεί
εμείς — we να έχουμε πλέξει να έχουμε πλεχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πλέξει να έχετε πλεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πλέξει να έχουν πλεχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous πλέκε πλέκετε — πλέκεστε
Simple πλέξε πλέξτε πλέξου πλεχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Πλέκω ένα κασκόλ.

I am knitting a scarf.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πλέκω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pleko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /pleko/