πλανιέμαι (planiemai) — to wander, drift; be mistaken

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πλανιέμαι can mean “to wander” or “to drift,” including things in the air, or “to be mistaken / misled,” depending on context. The learned alternative is πλανώμαι.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I πλανιέμαι
εσύ — you πλανιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πλανιέται
εμείς — we πλανιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πλανιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πλανιούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I πλανιόμουν
εσύ — you πλανιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πλανιόταν
εμείς — we πλανιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πλανιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πλανιόνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I πλανήθηκα
εσύ — you πλανήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πλανήθηκε
εμείς — we πλανηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πλανηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πλανήθηκαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω πλανηθεί
εσύ — you έχεις πλανηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πλανηθεί
εμείς — we έχουμε πλανηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πλανηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πλανηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα πλανηθεί
εσύ — you είχες πλανηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πλανηθεί
εμείς — we είχαμε πλανηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πλανηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πλανηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα πλανιέμαι
εσύ — you θα πλανιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πλανιέται
εμείς — we θα πλανιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πλανιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πλανιούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα πλανηθώ
εσύ — you θα πλανηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πλανηθεί
εμείς — we θα πλανηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πλανηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πλανηθούν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω πλανηθεί
εσύ — you θα έχεις πλανηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πλανηθεί
εμείς — we θα έχουμε πλανηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πλανηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πλανηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να πλανιέμαι
εσύ — you να πλανιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πλανιέται
εμείς — we να πλανιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πλανιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πλανιούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να πλανηθώ
εσύ — you να πλανηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πλανηθεί
εμείς — we να πλανηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να πλανηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πλανηθούν

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω πλανηθεί
εσύ — you να έχεις πλανηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πλανηθεί
εμείς — we να έχουμε πλανηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πλανηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πλανηθεί

Requests and wishes

Direct commands are uncommon. A suitable να-construction can use να πλανιέσαι (continuous) or να πλανηθείς (simple), with the intended meaning made clear by context.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The table follows πλανιέμαι. Learned present forms include πλανώμαι, πλανάσαι, πλανάται, πλανώμεθα, πλανάσθε, πλανώνται. They should not be mixed into a single unlabeled everyday paradigm.
  • Participles include πλανώμενος, πλανώμενη, πλανώμενο (wandering / floating) and πλανημένος, πλανημένη, πλανημένο (misled / mistaken, according to context).
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η μυρωδιά του καφέ πλανιόταν στον αέρα.

The smell of coffee drifted in the air.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πλανώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/planiemai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /planiemai/