πλάθω (platho) — to shape

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πλάθω means to shape or mould material, or figuratively to create or invent.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πλάθω πλάθομαι
εσύ — you πλάθεις πλάθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πλάθει πλάθεται
εμείς — we πλάθουμε, πλάθομε πλαθόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πλάθετε πλάθεστε, πλαθόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πλάθουν(ε) πλάθονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπλαθα πλαθόμουν(α)
εσύ — you έπλαθες πλαθόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπλαθε πλαθόταν(ε)
εμείς — we πλάθαμε πλαθόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πλάθατε πλαθόσαστε, πλαθόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπλαθαν, πλάθαν(ε) πλάθονταν, πλαθόντανε, πλαθόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπλασα πλάστηκα
εσύ — you έπλασες πλάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπλασε πλάστηκε
εμείς — we πλάσαμε πλαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πλάσατε πλαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπλασαν, πλάσαν(ε) πλάστηκαν, πλαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πλάσει έχω πλαστεί
εσύ — you έχεις πλάσει έχεις πλαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πλάσει έχει πλαστεί
εμείς — we έχουμε πλάσει έχουμε πλαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πλάσει έχετε πλαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πλάσει έχουν πλαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πλάσει είχα πλαστεί
εσύ — you είχες πλάσει είχες πλαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πλάσει είχε πλαστεί
εμείς — we είχαμε πλάσει είχαμε πλαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πλάσει είχατε πλαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πλάσει είχαν πλαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πλάθω θα πλάθομαι
εσύ — you θα πλάθεις θα πλάθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πλάθει θα πλάθεται
εμείς — we θα πλάθουμε, θα πλάθομε θα πλαθόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πλάθετε θα πλάθεστε, θα πλαθόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πλάθουν(ε) θα πλάθονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πλάσω θα πλαστώ
εσύ — you θα πλάσεις θα πλαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πλάσει θα πλαστεί
εμείς — we θα πλάσουμε, θα πλάσομε θα πλαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πλάσετε θα πλαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πλάσουν(ε) θα πλαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πλάσει θα έχω πλαστεί
εσύ — you θα έχεις πλάσει θα έχεις πλαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πλάσει θα έχει πλαστεί
εμείς — we θα έχουμε πλάσει θα έχουμε πλαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πλάσει θα έχετε πλαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πλάσει θα έχουν πλαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πλάθω να πλάθομαι
εσύ — you να πλάθεις να πλάθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πλάθει να πλάθεται
εμείς — we να πλάθουμε, να πλάθομε να πλαθόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πλάθετε να πλάθεστε, να πλαθόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πλάθουν(ε) να πλάθονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πλάσω να πλαστώ
εσύ — you να πλάσεις να πλαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πλάσει να πλαστεί
εμείς — we να πλάσουμε, να πλάσομε να πλαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να πλάσετε να πλαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πλάσουν(ε) να πλαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πλάσει να έχω πλαστεί
εσύ — you να έχεις πλάσει να έχεις πλαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πλάσει να έχει πλαστεί
εμείς — we να έχουμε πλάσει να έχουμε πλαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πλάσει να έχετε πλαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πλάσει να έχουν πλαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous πλάθε πλάθετε — πλάθεστε
Simple πλάσε πλάστε πλάσου πλαστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Πλάθουμε τη ζύμη σε μικρές μπάλες.

We shape the dough into small balls.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πλάθω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/platho/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /platho/