Everyday Greek · Core 100
πιστεύω: core forms & usage
to believe
Use πιστεύω ότι before a statement. The perfective forms are πίστεψα and θα πιστέψω.
Πιστεύω ότι θα βρούμε μια λύση.
I believe that we will find a solution.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | πιστεύω |
| you (singular) | πιστεύεις |
| he / she / it | πιστεύει |
| we | πιστεύουμε, πιστεύομε |
| you (plural or polite) | πιστεύετε |
| they | πιστεύουν, πιστεύουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | πίστευα |
| you (singular) | πίστευες |
| he / she / it | πίστευε |
| we | πιστεύαμε |
| you (plural or polite) | πιστεύατε |
| they | πίστευαν, πιστεύαν, πιστεύανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | πίστεψα |
| you (singular) | πίστεψες |
| he / she / it | πίστεψε |
| we | πιστέψαμε |
| you (plural or polite) | πιστέψατε |
| they | πίστεψαν, πιστέψαν, πιστέψανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα πιστέψω |
| you (singular) | θα πιστέψεις |
| he / she / it | θα πιστέψει |
| we | θα πιστέψουμε, θα πιστέψομε |
| you (plural or polite) | θα πιστέψετε |
| they | θα πιστέψουν, θα πιστέψουνε |
See this verb in use
Πιστεύω ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε.
I believe we can manage it.
Πιστεύω can express belief or confidence. Πιστεύω ότι introduces something you believe is true; πιστεύω σε κάποιον means “I believe in someone”.
Compare the meanings: νομίζω (nomizo) — to think · σκέφτομαι (skeftomai) — to think
πιστεύω means to believe, trust, or have faith.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πιστεύω |
| εσύ — you | πιστεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πιστεύει |
| εμείς — we | πιστεύουμε, πιστεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) | πιστεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πιστεύουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πίστευα |
| εσύ — you | πίστευες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πίστευε |
| εμείς — we | πιστεύαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πιστεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πίστευαν, πιστεύαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πίστεψα |
| εσύ — you | πίστεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πίστεψε |
| εμείς — we | πιστέψαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πιστέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πίστεψαν, πιστέψαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω πιστέψει |
| εσύ — you | έχεις πιστέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει πιστέψει |
| εμείς — we | έχουμε πιστέψει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε πιστέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν πιστέψει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα πιστέψει |
| εσύ — you | είχες πιστέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε πιστέψει |
| εμείς — we | είχαμε πιστέψει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε πιστέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν πιστέψει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα πιστεύω |
| εσύ — you | θα πιστεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πιστεύει |
| εμείς — we | θα πιστεύουμε, θα πιστεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πιστεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πιστεύουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα πιστέψω |
| εσύ — you | θα πιστέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πιστέψει |
| εμείς — we | θα πιστέψουμε, θα πιστέψομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πιστέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πιστέψουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω πιστέψει |
| εσύ — you | θα έχεις πιστέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει πιστέψει |
| εμείς — we | θα έχουμε πιστέψει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε πιστέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν πιστέψει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να πιστεύω |
| εσύ — you | να πιστεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πιστεύει |
| εμείς — we | να πιστεύουμε, να πιστεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πιστεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πιστεύουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να πιστέψω |
| εσύ — you | να πιστέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πιστέψει |
| εμείς — we | να πιστέψουμε, να πιστέψομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πιστέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πιστέψουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω πιστέψει |
| εσύ — you | να έχεις πιστέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει πιστέψει |
| εμείς — we | να έχουμε πιστέψει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε πιστέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν πιστέψει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πίστευε / πιστεύετε.
Simple: πίστεψε (εσύ); πιστέψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- πιστεύω κάποιον means to believe someone; πιστεύω σε κάποιον means to believe in or have faith in someone.
Σε πιστεύω.
I believe you.
Πιστεύω σε σένα.
I believe in you.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πιστεύω.
https://moderngreekverbs.com/pisteuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →