Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
γειτονεύω — to be neighbours; to adjoin.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
γειτονεύω |
| εσύ — you |
γειτονεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
γειτονεύει |
| εμείς — we |
γειτονεύουμε, γειτονεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
γειτονεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
γειτονεύουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
γειτόνευα |
| εσύ — you |
γειτόνευες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
γειτόνευε |
| εμείς — we |
γειτονεύαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
γειτονεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
γειτόνευαν, γειτονεύαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
γειτόνεψα |
| εσύ — you |
γειτόνεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
γειτόνεψε |
| εμείς — we |
γειτονέψαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
γειτονέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
γειτόνεψαν, γειτονέψαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω γειτονέψει |
| εσύ — you |
έχεις γειτονέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει γειτονέψει |
| εμείς — we |
έχουμε γειτονέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε γειτονέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν γειτονέψει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα γειτονέψει |
| εσύ — you |
είχες γειτονέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε γειτονέψει |
| εμείς — we |
είχαμε γειτονέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε γειτονέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν γειτονέψει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα γειτονεύω |
| εσύ — you |
θα γειτονεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα γειτονεύει |
| εμείς — we |
θα γειτονεύουμε, θα γειτονεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα γειτονεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα γειτονεύουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα γειτονέψω |
| εσύ — you |
θα γειτονέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα γειτονέψει |
| εμείς — we |
θα γειτονέψουμε, θα γειτονέψομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα γειτονέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα γειτονέψουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω γειτονέψει |
| εσύ — you |
θα έχεις γειτονέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει γειτονέψει |
| εμείς — we |
θα έχουμε γειτονέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε γειτονέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν γειτονέψει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να γειτονεύω |
| εσύ — you |
να γειτονεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να γειτονεύει |
| εμείς — we |
να γειτονεύουμε, να γειτονεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να γειτονεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να γειτονεύουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να γειτονέψω |
| εσύ — you |
να γειτονέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να γειτονέψει |
| εμείς — we |
να γειτονέψουμε, να γειτονέψομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να γειτονέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να γειτονέψουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω γειτονέψει |
| εσύ — you |
να έχεις γειτονέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει γειτονέψει |
| εμείς — we |
να έχουμε γειτονέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε γειτονέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν γειτονέψει |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Use γειτονεύω με for being neighbours or for adjoining places. Commands are grammatically possible but uncommon for this meaning.
Το σπίτι μας γειτονεύει με το σχολείο.
Our house is next to the school.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γειτονεύω.