Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

περισσεύω — to be left over

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

περισσεύω means to be left over, be surplus, or be more than is needed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περισσεύω
εσύ — you περισσεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περισσεύει
εμείς — we περισσεύουμε, περισσεύομε
εσείς — you (plural / polite) περισσεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περισσεύουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περίσσευα
εσύ — you περίσσευες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περίσσευε
εμείς — we περισσεύαμε
εσείς — you (plural / polite) περισσεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περίσσευαν, περισσεύαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περίσσεψα
εσύ — you περίσσεψες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περίσσεψε
εμείς — we περισσέψαμε
εσείς — you (plural / polite) περισσέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περίσσεψαν, περισσέψαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω περισσέψει
εσύ — you έχεις περισσέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περισσέψει
εμείς — we έχουμε περισσέψει
εσείς — you (plural / polite) έχετε περισσέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περισσέψει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα περισσέψει
εσύ — you είχες περισσέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περισσέψει
εμείς — we είχαμε περισσέψει
εσείς — you (plural / polite) είχατε περισσέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περισσέψει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα περισσεύω
εσύ — you θα περισσεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περισσεύει
εμείς — we θα περισσεύουμε, θα περισσεύομε
εσείς — you (plural / polite) θα περισσεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περισσεύουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα περισσέψω
εσύ — you θα περισσέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περισσέψει
εμείς — we θα περισσέψουμε, θα περισσέψομε
εσείς — you (plural / polite) θα περισσέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περισσέψουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω περισσέψει
εσύ — you θα έχεις περισσέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περισσέψει
εμείς — we θα έχουμε περισσέψει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περισσέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περισσέψει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να περισσεύω
εσύ — you να περισσεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περισσεύει
εμείς — we να περισσεύουμε, να περισσεύομε
εσείς — you (plural / polite) να περισσεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περισσεύουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να περισσέψω
εσύ — you να περισσέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περισσέψει
εμείς — we να περισσέψουμε, να περισσέψομε
εσείς — you (plural / polite) να περισσέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περισσέψουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω περισσέψει
εσύ — you να έχεις περισσέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περισσέψει
εμείς — we να έχουμε περισσέψει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περισσέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περισσέψει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The subject is what remains: Μου περίσσεψαν χρήματα means “I had money left over”.
  • Perfective: περίσσεψα, θα περισσέψω, έχω περισσέψει.

Περίσσεψε λίγο ψωμί.

There was a little bread left over.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περισσεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/perisseuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /perisseuo/