Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
περνάω: core forms & usage
to pass; to spend time
Unlike many -άω verbs, the aorist has α: πέρασα. Περνάω καλά means having a good time.
Περνάμε όμορφα με τους φίλους μας.
We have a lovely time with our friends.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | περνάω, περνώ |
| you (singular) | περνάς |
| he / she / it | περνάει, περνά |
| we | περνάμε, περνούμε |
| you (plural or polite) | περνάτε |
| they | περνάν, περνάνε, περνούν, περνούνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | περνούσα, πέρναγα |
| you (singular) | περνούσες, πέρναγες |
| he / she / it | περνούσε, πέρναγε |
| we | περνούσαμε, περνάγαμε |
| you (plural or polite) | περνούσατε, περνάγατε |
| they | περνούσαν, περνούσανε, πέρναγαν, περνάγανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | πέρασα |
| you (singular) | πέρασες |
| he / she / it | πέρασε |
| we | περάσαμε |
| you (plural or polite) | περάσατε |
| they | πέρασαν, περάσαν, περάσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα περάσω |
| you (singular) | θα περάσεις |
| he / she / it | θα περάσει |
| we | θα περάσουμε, θα περάσομε |
| you (plural or polite) | θα περάσετε |
| they | θα περάσουν, θα περάσουνε |
περνάω / περνώ means to pass, cross, go through, or spend time. περνιέμαι can mean to be taken for something.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | περνάω, περνώ | περνιέμαι |
| εσύ — you | περνάς | περνιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περνάει, περνά | περνιέται |
| εμείς — we | περνάμε, περνούμε | περνιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | περνάτε | περνιέστε, περνιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περνάν(ε), περνούν(ε) | περνιούνται, περνιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | περνούσα, πέρναγα | περνιόμουν(α) |
| εσύ — you | περνούσες, πέρναγες | περνιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περνούσε, πέρναγε | περνιόταν(ε) |
| εμείς — we | περνούσαμε, περνάγαμε | περνιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | περνούσατε, περνάγατε | περνιόσαστε, περνιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περνούσαν(ε), πέρναγαν, περνάγανε | περνιόνταν(ε), περνιούνταν, περνιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πέρασα | περάστηκα |
| εσύ — you | πέρασες | περάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πέρασε | περάστηκε |
| εμείς — we | περάσαμε | περαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | περάσατε | περαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πέρασαν, περάσαν(ε) | περάστηκαν, περαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω περάσει | έχω περαστεί |
| εσύ — you | έχεις περάσει | έχεις περαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει περάσει | έχει περαστεί |
| εμείς — we | έχουμε περάσει | έχουμε περαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε περάσει | έχετε περαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν περάσει | έχουν περαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα περάσει | είχα περαστεί |
| εσύ — you | είχες περάσει | είχες περαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε περάσει | είχε περαστεί |
| εμείς — we | είχαμε περάσει | είχαμε περαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε περάσει | είχατε περαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν περάσει | είχαν περαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα περνάω, θα περνώ | θα περνιέμαι |
| εσύ — you | θα περνάς | θα περνιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα περνάει, θα περνά | θα περνιέται |
| εμείς — we | θα περνάμε, θα περνούμε | θα περνιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα περνάτε | θα περνιέστε, θα περνιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα περνάν(ε), θα περνούν(ε) | θα περνιούνται, θα περνιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα περάσω | θα περαστώ |
| εσύ — you | θα περάσεις | θα περαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα περάσει | θα περαστεί |
| εμείς — we | θα περάσουμε, θα περάσομε | θα περαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα περάσετε | θα περαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα περάσουν(ε) | θα περαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω περάσει | θα έχω περαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις περάσει | θα έχεις περαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει περάσει | θα έχει περαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε περάσει | θα έχουμε περαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε περάσει | θα έχετε περαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν περάσει | θα έχουν περαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να περνάω, να περνώ | να περνιέμαι |
| εσύ — you | να περνάς | να περνιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να περνάει, να περνά | να περνιέται |
| εμείς — we | να περνάμε, να περνούμε | να περνιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να περνάτε | να περνιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να περνάν(ε), να περνούν(ε) | να περνιούνται, να περνιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να περάσω | να περαστώ |
| εσύ — you | να περάσεις | να περαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να περάσει | να περαστεί |
| εμείς — we | να περάσουμε, να περάσομε | να περαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να περάσετε | να περαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να περάσουν(ε) | να περαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω περάσει | να έχω περαστεί |
| εσύ — you | να έχεις περάσει | να έχεις περαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει περάσει | να έχει περαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε περάσει | να έχουμε περαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε περάσει | να έχετε περαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν περάσει | να έχουν περαστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πέρνα / περνάτε.
Simple: πέρασε (εσύ); περάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Do not confuse περνάω (pass) with παίρνω (take). περνάω καλά means to have a good time.
Πέρασα καλά.
I had a good time.
Πέρασε τον δρόμο.
Cross the road.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περνάω.
https://moderngreekverbs.com/pernao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.