Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

περνάω — to pass

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

περνάω: core forms & usage

to pass; to spend time

Unlike many -άω verbs, the aorist has α: πέρασα. Περνάω καλά means having a good time.

Περνάμε όμορφα με τους φίλους μας.

We have a lovely time with our friends.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iπερνάω, περνώ
you (singular)περνάς
he / she / itπερνάει, περνά
weπερνάμε, περνούμε
you (plural or polite)περνάτε
theyπερνάν, περνάνε, περνούν, περνούνε

Imperfect

PersonForms
Iπερνούσα, πέρναγα
you (singular)περνούσες, πέρναγες
he / she / itπερνούσε, πέρναγε
weπερνούσαμε, περνάγαμε
you (plural or polite)περνούσατε, περνάγατε
theyπερνούσαν, περνούσανε, πέρναγαν, περνάγανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iπέρασα
you (singular)πέρασες
he / she / itπέρασε
weπεράσαμε
you (plural or polite)περάσατε
theyπέρασαν, περάσαν, περάσανε

Simple future

PersonForms
Iθα περάσω
you (singular)θα περάσεις
he / she / itθα περάσει
weθα περάσουμε, θα περάσομε
you (plural or polite)θα περάσετε
theyθα περάσουν, θα περάσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

περνάω / περνώ means to pass, cross, go through, or spend time. περνιέμαι can mean to be taken for something.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περνάω, περνώ περνιέμαι
εσύ — you περνάς περνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περνάει, περνά περνιέται
εμείς — we περνάμε, περνούμε περνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) περνάτε περνιέστε, περνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περνάν(ε), περνούν(ε) περνιούνται, περνιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περνούσα, πέρναγα περνιόμουν(α)
εσύ — you περνούσες, πέρναγες περνιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περνούσε, πέρναγε περνιόταν(ε)
εμείς — we περνούσαμε, περνάγαμε περνιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) περνούσατε, περνάγατε περνιόσαστε, περνιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they περνούσαν(ε), πέρναγαν, περνάγανε περνιόνταν(ε), περνιούνταν, περνιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πέρασα περάστηκα
εσύ — you πέρασες περάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πέρασε περάστηκε
εμείς — we περάσαμε περαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) περάσατε περαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πέρασαν, περάσαν(ε) περάστηκαν, περαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω περάσει έχω περαστεί
εσύ — you έχεις περάσει έχεις περαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περάσει έχει περαστεί
εμείς — we έχουμε περάσει έχουμε περαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε περάσει έχετε περαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περάσει έχουν περαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα περάσει είχα περαστεί
εσύ — you είχες περάσει είχες περαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περάσει είχε περαστεί
εμείς — we είχαμε περάσει είχαμε περαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε περάσει είχατε περαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περάσει είχαν περαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περνάω, θα περνώ θα περνιέμαι
εσύ — you θα περνάς θα περνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περνάει, θα περνά θα περνιέται
εμείς — we θα περνάμε, θα περνούμε θα περνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα περνάτε θα περνιέστε, θα περνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περνάν(ε), θα περνούν(ε) θα περνιούνται, θα περνιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περάσω θα περαστώ
εσύ — you θα περάσεις θα περαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περάσει θα περαστεί
εμείς — we θα περάσουμε, θα περάσομε θα περαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα περάσετε θα περαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περάσουν(ε) θα περαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω περάσει θα έχω περαστεί
εσύ — you θα έχεις περάσει θα έχεις περαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περάσει θα έχει περαστεί
εμείς — we θα έχουμε περάσει θα έχουμε περαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περάσει θα έχετε περαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περάσει θα έχουν περαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περνάω, να περνώ να περνιέμαι
εσύ — you να περνάς να περνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περνάει, να περνά να περνιέται
εμείς — we να περνάμε, να περνούμε να περνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να περνάτε να περνιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περνάν(ε), να περνούν(ε) να περνιούνται, να περνιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περάσω να περαστώ
εσύ — you να περάσεις να περαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περάσει να περαστεί
εμείς — we να περάσουμε, να περάσομε να περαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να περάσετε να περαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περάσουν(ε) να περαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω περάσει να έχω περαστεί
εσύ — you να έχεις περάσει να έχεις περαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περάσει να έχει περαστεί
εμείς — we να έχουμε περάσει να έχουμε περαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περάσει να έχετε περαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περάσει να έχουν περαστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: πέρνα / περνάτε.

Simple: πέρασε (εσύ); περάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Do not confuse περνάω (pass) with παίρνω (take). περνάω καλά means to have a good time.

Πέρασα καλά.

I had a good time.

Πέρασε τον δρόμο.

Cross the road.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περνάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pernao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /pernao/