περπατάω — to walk

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

περπατάω: core forms & usage

to walk

Περπατάω and περπατώ are alternatives. The aorist is περπάτησα and the simple future is θα περπατήσω.

Περπατάμε μέχρι τον σταθμό.

We walk as far as the station.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iπερπατάω, περπατώ
you (singular)περπατάς
he / she / itπερπατάει, περπατά
weπερπατάμε, περπατούμε
you (plural or polite)περπατάτε
theyπερπατάν, περπατάνε, περπατούν, περπατούνε

Imperfect

PersonForms
Iπερπατούσα, περπάταγα
you (singular)περπατούσες, περπάταγες
he / she / itπερπατούσε, περπάταγε
weπερπατούσαμε, περπατάγαμε
you (plural or polite)περπατούσατε, περπατάγατε
theyπερπατούσαν, περπατούσανε, περπάταγαν, περπατάγανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iπερπάτησα
you (singular)περπάτησες
he / she / itπερπάτησε
weπερπατήσαμε
you (plural or polite)περπατήσατε
theyπερπάτησαν, περπατήσαν, περπατήσανε

Simple future

PersonForms
Iθα περπατήσω
you (singular)θα περπατήσεις
he / she / itθα περπατήσει
weθα περπατήσουμε, θα περπατήσομε
you (plural or polite)θα περπατήσετε
theyθα περπατήσουν, θα περπατήσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Περπατάμε μέχρι τη στάση.

We are walking as far as the bus stop.

Περπατάω / περπατώ means walk. Μέχρι marks the endpoint in this sentence. The ending in περπατάμε identifies the subject as we.

Compare the meanings: τρέχω (trexo) — to run

περπατάω / περπατώ means to walk.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περπατάω, περπατώ
εσύ — you περπατάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περπατάει, περπατά
εμείς — we περπατάμε, περπατούμε
εσείς — you (plural / polite) περπατάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περπατάν(ε), περπατούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περπατούσα, περπάταγα
εσύ — you περπατούσες, περπάταγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περπατούσε, περπάταγε
εμείς — we περπατούσαμε, περπατάγαμε
εσείς — you (plural / polite) περπατούσατε, περπατάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περπατούσαν(ε), περπάταγαν, περπατάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περπάτησα
εσύ — you περπάτησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περπάτησε
εμείς — we περπατήσαμε
εσείς — you (plural / polite) περπατήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περπάτησαν, περπατήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω περπατήσει
εσύ — you έχεις περπατήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περπατήσει
εμείς — we έχουμε περπατήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε περπατήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περπατήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα περπατήσει
εσύ — you είχες περπατήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περπατήσει
εμείς — we είχαμε περπατήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε περπατήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περπατήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα περπατάω, θα περπατώ
εσύ — you θα περπατάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περπατάει, θα περπατά
εμείς — we θα περπατάμε, θα περπατούμε
εσείς — you (plural / polite) θα περπατάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περπατάν(ε), θα περπατούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα περπατήσω
εσύ — you θα περπατήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περπατήσει
εμείς — we θα περπατήσουμε, θα περπατήσομε
εσείς — you (plural / polite) θα περπατήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περπατήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω περπατήσει
εσύ — you θα έχεις περπατήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περπατήσει
εμείς — we θα έχουμε περπατήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περπατήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περπατήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να περπατάω, να περπατώ
εσύ — you να περπατάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περπατάει, να περπατά
εμείς — we να περπατάμε, να περπατούμε
εσείς — you (plural / polite) να περπατάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περπατάν(ε), να περπατούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να περπατήσω
εσύ — you να περπατήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περπατήσει
εμείς — we να περπατήσουμε, να περπατήσομε
εσείς — you (plural / polite) να περπατήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περπατήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω περπατήσει
εσύ — you να έχεις περπατήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περπατήσει
εμείς — we να έχουμε περπατήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περπατήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περπατήσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: περπάτα / περπατάτε.

Simple: περπάτησε (εσύ); περπατήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Perfective: περπάτησα, θα περπατήσω, έχω περπατήσει.

Περπάτησα μέχρι το σπίτι.

I walked as far as the house.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περπατάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/perpatao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /perpatao/