Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

πετάγομαι — to spring up; to pop out

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πετάω / πετώ means to fly, throw, or throw away. πετάγομαι can mean to spring up, pop out, or be thrown, depending on context.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πετάω, πετώ πετάγομαι
εσύ — you πετάς πετάγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πετάει, πετά πετάγεται
εμείς — we πετάμε, πετούμε πεταγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πετάτε πετάγεστε, πεταγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πετάνε, πετούν(ε) πετάγονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πετούσα, πέταγα πεταγόμουν(α)
εσύ — you πετούσες, πέταγες πεταγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πετούσε, πέταγε πεταγόταν(ε)
εμείς — we πετούσαμε, πετάγαμε πεταγόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πετούσατε, πετάγατε πεταγόσαστε, πεταγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πετούσαν(ε), πέταγαν, πετάγανε πετάγονταν, πεταγόντανε, πεταγόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πέταξα πετάχτηκα
εσύ — you πέταξες πετάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πέταξε πετάχτηκε
εμείς — we πετάξαμε πεταχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πετάξατε πεταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πέταξαν, πετάξαν(ε) πετάχτηκαν, πεταχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πετάξει έχω πεταχτεί
εσύ — you έχεις πετάξει έχεις πεταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πετάξει έχει πεταχτεί
εμείς — we έχουμε πετάξει έχουμε πεταχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πετάξει έχετε πεταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πετάξει έχουν πεταχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πετάξει είχα πεταχτεί
εσύ — you είχες πετάξει είχες πεταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πετάξει είχε πεταχτεί
εμείς — we είχαμε πετάξει είχαμε πεταχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πετάξει είχατε πεταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πετάξει είχαν πεταχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πετάω, θα πετώ θα πετάγομαι
εσύ — you θα πετάς θα πετάγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πετάει, θα πετά θα πετάγεται
εμείς — we θα πετάμε, θα πετούμε θα πεταγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πετάτε θα πετάγεστε, θα πεταγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πετάν(ε), θα πετούν(ε) θα πεταγόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πετάξω θα πεταχτώ
εσύ — you θα πετάξεις θα πεταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πετάξει θα πεταχτεί
εμείς — we θα πετάξουμε, θα πετάξομε θα πεταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πετάξετε θα πεταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πετάξουν(ε) θα πεταχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πετάξει θα έχω πεταχτεί
εσύ — you θα έχεις πετάξει θα έχεις πεταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πετάξει θα έχει πεταχτεί
εμείς — we θα έχουμε πετάξει θα έχουμε πεταχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πετάξει θα έχετε πεταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πετάξει θα έχουν πεταχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πετάω, να πετώ να πετάγομαι
εσύ — you να πετάς να πετάγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πετάει, να πετά να πετάγεται
εμείς — we να πετάμε, να πετούμε να πεταγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πετάτε να πετάγεστε, να πεταγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πετάνε, να πετούνε να πετάγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πετάξω να πεταχτώ
εσύ — you να πετάξεις να πεταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πετάξει να πεταχτεί
εμείς — we να πετάξουμε, να πετάξομε να πεταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να πετάξετε να πεταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πετάξουν να πεταχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πετάξει να έχω πεταχτεί
εσύ — you να έχεις πετάξει να έχεις πεταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πετάξει να έχει πεταχτεί
εμείς — we να έχουμε πετάξει να έχουμε πεταχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πετάξει να έχετε πεταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πετάξει να έχουν πεταχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous πέτα πετάτε — πετάγεστε
Simple πέταξε πετάξτε πετάξου πεταχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The middle perfective is πετάχτηκα / πεταχτώ / πεταχτεί. It does not simply mean to fly.

Τα πουλιά πετάνε.

The birds fly.

Πετάχτηκα μέχρι το μαγαζί.

I popped out to the shop.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πετάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/petagomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /petagomai/