Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βαστάω / βαστώ — to hold, endure, last

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βαστάω / βαστώ — to hold; to endure; to last

βαστιέμαι — to hold on; to support myself; to keep going.

The tables lead with βάσταξα / βαστάξω. Accepted -η- alternatives are explained below.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βαστάω, βαστώ βαστιέμαι
εσύ — you βαστάς βαστιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βαστάει, βαστά βαστιέται
εμείς — we βαστάμε, βαστούμε βαστιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βαστάτε βαστιέστε, βαστιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βαστάν(ε), βαστούν(ε) βαστιούνται, βαστιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βαστούσα, βάσταγα βαστιόμουν(α)
εσύ — you βαστούσες, βάσταγες βαστιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βαστούσε, βάσταγε βαστιόταν(ε)
εμείς — we βαστούσαμε, βαστάγαμε βαστιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βαστούσατε, βαστάγατε βαστιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they βαστούσαν(ε), βάσταγαν, βαστάγανε βαστιόνταν(ε), βαστιούνταν, βαστιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βάσταξα βαστάχτηκα
εσύ — you βάσταξες βαστάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βάσταξε βαστάχτηκε
εμείς — we βαστάξαμε βασταχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βαστάξατε βασταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βάσταξαν, βαστάξαν(ε) βαστάχτηκαν, βασταχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βαστάξει έχω βασταχτεί
εσύ — you έχεις βαστάξει έχεις βασταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βαστάξει έχει βασταχτεί
εμείς — we έχουμε βαστάξει έχουμε βασταχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βαστάξει έχετε βασταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βαστάξει έχουν βασταχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βαστάξει είχα βασταχτεί
εσύ — you είχες βαστάξει είχες βασταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βαστάξει είχε βασταχτεί
εμείς — we είχαμε βαστάξει είχαμε βασταχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βαστάξει είχατε βασταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βαστάξει είχαν βασταχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βαστάω, θα βαστώ θα βαστιέμαι
εσύ — you θα βαστάς θα βαστιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βαστάει, θα βαστά θα βαστιέται
εμείς — we θα βαστάμε, θα βαστούμε θα βαστιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βαστάτε θα βαστιέστε, θα βαστιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βαστάν(ε), θα βαστούν(ε) θα βαστιούνται, θα βαστιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βαστάξω θα βασταχτώ
εσύ — you θα βαστάξεις θα βασταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βαστάξει θα βασταχτεί
εμείς — we θα βαστάξουμε, θα βαστάξομε θα βασταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βαστάξετε θα βασταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βαστάξουν(ε) θα βασταχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βαστάξει θα έχω βασταχτεί
εσύ — you θα έχεις βαστάξει θα έχεις βασταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βαστάξει θα έχει βασταχτεί
εμείς — we θα έχουμε βαστάξει θα έχουμε βασταχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βαστάξει θα έχετε βασταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βαστάξει θα έχουν βασταχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βαστάω, να βαστώ να βαστιέμαι
εσύ — you να βαστάς να βαστιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βαστάει, να βαστά να βαστιέται
εμείς — we να βαστάμε, να βαστούμε να βαστιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βαστάτε να βαστιέστε, να βαστιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βαστάνε, να βαστούνε να βαστιούνται, να βαστιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βαστάξω να βασταχτώ
εσύ — you να βαστάξεις να βασταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βαστάξει να βασταχτεί
εμείς — we να βαστάξουμε, να βαστάξομε να βασταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να βαστάξετε να βασταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βαστάξουν να βασταχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βαστάξει να έχω βασταχτεί
εσύ — you να έχεις βαστάξει να έχεις βασταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βαστάξει να έχει βασταχτεί
εμείς — we να έχουμε βαστάξει να έχουμε βασταχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βαστάξει να έχετε βασταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βαστάξει να έχουν βασταχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βάστα βαστάτε να βαστιέσαι (να-construction) βαστιέστε
Simple βάσταξε βαστάξτε βαστάξου βασταχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Both perfective series are accepted: βάσταξα / βάστηξα; να βαστάξω / να βαστήξω; έχω βαστάξει / έχω βαστήξει.
  • Passive alternatives: βαστάχτηκα / βαστήχτηκα; έχω βασταχτεί / έχω βαστηχτεί.
  • βαστώντας — holding / enduring; έχοντας βαστάξει / έχοντας βαστήξει — having held.
  • βασταγμένος / βαστηγμένος and their feminine and neuter forms describe a state; they are not interchangeable with the perfect in every sentence.
  • Βάστα γερά! means “Hold on!” or “Stay strong!”
  • Negative: μη βαστάς / μη βαστάξεις / μη βαστήξεις.

Βάστα γερά, θα τα καταφέρουμε.

Stay strong; we will manage.

Αυτό το κλαδί δεν θα σε βαστάξει.

That branch will not support your weight.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βαστώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bastao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /bastao/