Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βαστάω / βαστώ — to hold; to endure; to last
βαστιέμαι — to hold on; to support myself; to keep going.
The tables lead with βάσταξα / βαστάξω. Accepted -η- alternatives are explained below.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βαστάω, βαστώ | βαστιέμαι |
| εσύ — you | βαστάς | βαστιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βαστάει, βαστά | βαστιέται |
| εμείς — we | βαστάμε, βαστούμε | βαστιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βαστάτε | βαστιέστε, βαστιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βαστάν(ε), βαστούν(ε) | βαστιούνται, βαστιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βαστούσα, βάσταγα | βαστιόμουν(α) |
| εσύ — you | βαστούσες, βάσταγες | βαστιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βαστούσε, βάσταγε | βαστιόταν(ε) |
| εμείς — we | βαστούσαμε, βαστάγαμε | βαστιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βαστούσατε, βαστάγατε | βαστιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βαστούσαν(ε), βάσταγαν, βαστάγανε | βαστιόνταν(ε), βαστιούνταν, βαστιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βάσταξα | βαστάχτηκα |
| εσύ — you | βάσταξες | βαστάχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βάσταξε | βαστάχτηκε |
| εμείς — we | βαστάξαμε | βασταχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βαστάξατε | βασταχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βάσταξαν, βαστάξαν(ε) | βαστάχτηκαν, βασταχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βαστάξει | έχω βασταχτεί |
| εσύ — you | έχεις βαστάξει | έχεις βασταχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βαστάξει | έχει βασταχτεί |
| εμείς — we | έχουμε βαστάξει | έχουμε βασταχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βαστάξει | έχετε βασταχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βαστάξει | έχουν βασταχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βαστάξει | είχα βασταχτεί |
| εσύ — you | είχες βαστάξει | είχες βασταχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βαστάξει | είχε βασταχτεί |
| εμείς — we | είχαμε βαστάξει | είχαμε βασταχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βαστάξει | είχατε βασταχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βαστάξει | είχαν βασταχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βαστάω, θα βαστώ | θα βαστιέμαι |
| εσύ — you | θα βαστάς | θα βαστιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βαστάει, θα βαστά | θα βαστιέται |
| εμείς — we | θα βαστάμε, θα βαστούμε | θα βαστιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βαστάτε | θα βαστιέστε, θα βαστιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βαστάν(ε), θα βαστούν(ε) | θα βαστιούνται, θα βαστιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βαστάξω | θα βασταχτώ |
| εσύ — you | θα βαστάξεις | θα βασταχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βαστάξει | θα βασταχτεί |
| εμείς — we | θα βαστάξουμε, θα βαστάξομε | θα βασταχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βαστάξετε | θα βασταχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βαστάξουν(ε) | θα βασταχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βαστάξει | θα έχω βασταχτεί |
| εσύ — you | θα έχεις βαστάξει | θα έχεις βασταχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βαστάξει | θα έχει βασταχτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βαστάξει | θα έχουμε βασταχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βαστάξει | θα έχετε βασταχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βαστάξει | θα έχουν βασταχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βαστάω, να βαστώ | να βαστιέμαι |
| εσύ — you | να βαστάς | να βαστιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βαστάει, να βαστά | να βαστιέται |
| εμείς — we | να βαστάμε, να βαστούμε | να βαστιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βαστάτε | να βαστιέστε, να βαστιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βαστάνε, να βαστούνε | να βαστιούνται, να βαστιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βαστάξω | να βασταχτώ |
| εσύ — you | να βαστάξεις | να βασταχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βαστάξει | να βασταχτεί |
| εμείς — we | να βαστάξουμε, να βαστάξομε | να βασταχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βαστάξετε | να βασταχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βαστάξουν | να βασταχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βαστάξει | να έχω βασταχτεί |
| εσύ — you | να έχεις βαστάξει | να έχεις βασταχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βαστάξει | να έχει βασταχτεί |
| εμείς — we | να έχουμε βαστάξει | να έχουμε βασταχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βαστάξει | να έχετε βασταχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βαστάξει | να έχουν βασταχτεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βάστα | βαστάτε | να βαστιέσαι (να-construction) | βαστιέστε |
| Simple | βάσταξε | βαστάξτε | βαστάξου | βασταχτείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Both perfective series are accepted: βάσταξα / βάστηξα; να βαστάξω / να βαστήξω; έχω βαστάξει / έχω βαστήξει.
- Passive alternatives: βαστάχτηκα / βαστήχτηκα; έχω βασταχτεί / έχω βαστηχτεί.
- βαστώντας — holding / enduring; έχοντας βαστάξει / έχοντας βαστήξει — having held.
- βασταγμένος / βαστηγμένος and their feminine and neuter forms describe a state; they are not interchangeable with the perfect in every sentence.
- Βάστα γερά! means “Hold on!” or “Stay strong!”
- Negative: μη βαστάς / μη βαστάξεις / μη βαστήξεις.
Βάστα γερά, θα τα καταφέρουμε.
Stay strong; we will manage.
Αυτό το κλαδί δεν θα σε βαστάξει.
That branch will not support your weight.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βαστώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bastao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/bastao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.