Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βασανίζω — to torment; to trouble; to torture
βασανίζομαι — to suffer; to struggle; to be tormented.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βασανίζω | βασανίζομαι |
| εσύ — you | βασανίζεις | βασανίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βασανίζει | βασανίζεται |
| εμείς — we | βασανίζουμε, βασανίζομε | βασανιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βασανίζετε | βασανίζεστε, βασανιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βασανίζουν(ε) | βασανίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βασάνιζα | βασανιζόμουν(α) |
| εσύ — you | βασάνιζες | βασανιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βασάνιζε | βασανιζόταν(ε) |
| εμείς — we | βασανίζαμε | βασανιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βασανίζατε | βασανιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βασάνιζαν, βασανίζαν(ε) | βασανίζονταν, βασανιζόντανε, βασανιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βασάνισα | βασανίστηκα |
| εσύ — you | βασάνισες | βασανίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βασάνισε | βασανίστηκε |
| εμείς — we | βασανίσαμε | βασανιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βασανίσατε | βασανιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βασάνισαν, βασανίσαν(ε) | βασανίστηκαν, βασανιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βασανίσει | έχω βασανιστεί |
| εσύ — you | έχεις βασανίσει | έχεις βασανιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βασανίσει | έχει βασανιστεί |
| εμείς — we | έχουμε βασανίσει | έχουμε βασανιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βασανίσει | έχετε βασανιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βασανίσει | έχουν βασανιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βασανίσει | είχα βασανιστεί |
| εσύ — you | είχες βασανίσει | είχες βασανιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βασανίσει | είχε βασανιστεί |
| εμείς — we | είχαμε βασανίσει | είχαμε βασανιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βασανίσει | είχατε βασανιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βασανίσει | είχαν βασανιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βασανίζω | θα βασανίζομαι |
| εσύ — you | θα βασανίζεις | θα βασανίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βασανίζει | θα βασανίζεται |
| εμείς — we | θα βασανίζουμε, θα βασανίζομε | θα βασανιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βασανίζετε | θα βασανίζεστε, θα βασανιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βασανίζουν(ε) | θα βασανίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βασανίσω | θα βασανιστώ |
| εσύ — you | θα βασανίσεις | θα βασανιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βασανίσει | θα βασανιστεί |
| εμείς — we | θα βασανίσουμε / θα βασανίσομε | θα βασανιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βασανίσετε | θα βασανιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βασανίσουν(ε) | θα βασανιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βασανίσει | θα έχω βασανιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις βασανίσει | θα έχεις βασανιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βασανίσει | θα έχει βασανιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βασανίσει | θα έχουμε βασανιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βασανίσει | θα έχετε βασανιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βασανίσει | θα έχουν βασανιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βασανίζω | να βασανίζομαι |
| εσύ — you | να βασανίζεις | να βασανίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βασανίζει | να βασανίζεται |
| εμείς — we | να βασανίζουμε, να βασανίζομε | να βασανιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βασανίζετε | να βασανίζεστε, να βασανιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βασανίζουν(ε) | να βασανίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βασανίσω | να βασανιστώ |
| εσύ — you | να βασανίσεις | να βασανιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βασανίσει | να βασανιστεί |
| εμείς — we | να βασανίσουμε, να βασανίσομε | να βασανιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βασανίσετε | να βασανιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βασανίσουν(ε) | να βασανιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βασανίσει | να έχω βασανιστεί |
| εσύ — you | να έχεις βασανίσει | να έχεις βασανιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βασανίσει | να έχει βασανιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε βασανίσει | να έχουμε βασανιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βασανίσει | να έχετε βασανιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βασανίσει | να έχουν βασανιστεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βασάνιζε | βασανίζετε | να βασανίζεσαι (να-construction) | βασανίζεστε |
| Simple | βασάνισε | βασανίστε | βασανίσου | βασανιστείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The simple future is θα βασανίσουμε / θα βασανίσομε. Θα βασανίζομε uses the imperfective stem.
- βασανίζοντας — tormenting; βασανιζόμενος, βασανιζόμενη, βασανιζόμενο — suffering; έχοντας βασανίσει — having tormented.
- βασανισμένος, βασανισμένη, βασανισμένο describes someone troubled or tormented.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Negative: μη βασανίζεις / μη βασανίσεις; μη βασανίζεσαι / μη βασανιστείς.
Αυτή η σκέψη με βασανίζει.
That thought torments me.
Βασανίστηκε πολύ μέχρι να βρει λύση.
He or she struggled a lot before finding a solution.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βασανίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/basanizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/basanizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.