αναγνωρίζω (anagnorizo) — to recognise, acknowledge

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αναγνωρίζω · to recognise; to acknowledge

Passive: αναγνωρίζομαι.

Αναγνώρισα τη φωνή της. — I recognised her voice. Αναγνώρισε το λάθος του. — He acknowledged his mistake.

Perfect versus state: έχω αναγνωρίσει / έχω αναγνωριστεί are the compound perfect forms. Είναι αναγνωρισμένος καλλιτέχνης means he is an established/recognised artist and describes his status.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναγνωρίζωαναγνωρίζομαι
εσύ · youαναγνωρίζειςαναγνωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναγνωρίζειαναγνωρίζεται
εμείς · weαναγνωρίζουμε, αναγνωρίζομεαναγνωριζόμαστε
εσείς · youαναγνωρίζετεαναγνωρίζεστε, αναγνωριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναγνωρίζουν(ε)αναγνωρίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναγνώριζααναγνωριζόμουν(α)
εσύ · youαναγνώριζεςαναγνωριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναγνώριζεαναγνωριζόταν(ε)
εμείς · weαναγνωρίζαμεαναγνωριζόμαστε, αναγνωριζόμασταν
εσείς · youαναγνωρίζατεαναγνωριζόσαστε, αναγνωριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναγνώριζαν, αναγνωρίζαν(ε)αναγνωρίζονταν, αναγνωριζόντανε, αναγνωριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναγνώρισααναγνωρίστηκα
εσύ · youαναγνώρισεςαναγνωρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναγνώρισεαναγνωρίστηκε
εμείς · weαναγνωρίσαμεαναγνωριστήκαμε
εσείς · youαναγνωρίσατεαναγνωριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναγνώρισαν, αναγνωρίσαν(ε)αναγνωρίστηκαν, αναγνωριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αναγνωρίσειέχω αναγνωριστεί
εσύ · youέχεις αναγνωρίσειέχεις αναγνωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αναγνωρίσειέχει αναγνωριστεί
εμείς · weέχουμε αναγνωρίσειέχουμε αναγνωριστεί
εσείς · youέχετε αναγνωρίσειέχετε αναγνωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αναγνωρίσειέχουν αναγνωριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αναγνωρίσειείχα αναγνωριστεί
εσύ · youείχες αναγνωρίσειείχες αναγνωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αναγνωρίσειείχε αναγνωριστεί
εμείς · weείχαμε αναγνωρίσειείχαμε αναγνωριστεί
εσείς · youείχατε αναγνωρίσειείχατε αναγνωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αναγνωρίσειείχαν αναγνωριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναγνωρίζωθα αναγνωρίζομαι
εσύ · youθα αναγνωρίζειςθα αναγνωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναγνωρίζειθα αναγνωρίζεται
εμείς · weθα αναγνωρίζουμε, θα αναγνωρίζομεθα αναγνωριζόμαστε
εσείς · youθα αναγνωρίζετεθα αναγνωρίζεστε, θα αναγνωριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναγνωρίζουν(ε)θα αναγνωρίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναγνωρίσωθα αναγνωριστώ
εσύ · youθα αναγνωρίσειςθα αναγνωριστείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναγνωρίσειθα αναγνωριστεί
εμείς · weθα αναγνωρίσουμε, θα αναγνωρίσομεθα αναγνωριστούμε
εσείς · youθα αναγνωρίσετεθα αναγνωριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναγνωρίσουν(ε)θα αναγνωριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αναγνωρίσειθα έχω αναγνωριστεί
εσύ · youθα έχεις αναγνωρίσειθα έχεις αναγνωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αναγνωρίσειθα έχει αναγνωριστεί
εμείς · weθα έχουμε αναγνωρίσειθα έχουμε αναγνωριστεί
εσείς · youθα έχετε αναγνωρίσειθα έχετε αναγνωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αναγνωρίσειθα έχουν αναγνωριστεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναγνωρίζωνα αναγνωρίζομαι
εσύ · youνα αναγνωρίζειςνα αναγνωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναγνωρίζεινα αναγνωρίζεται
εμείς · weνα αναγνωρίζουμε, να αναγνωρίζομενα αναγνωριζόμαστε
εσείς · youνα αναγνωρίζετενα αναγνωρίζεστε, να αναγνωριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναγνωρίζουν(ε)να αναγνωρίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναγνωρίσωνα αναγνωριστώ
εσύ · youνα αναγνωρίσειςνα αναγνωριστείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναγνωρίσεινα αναγνωριστεί
εμείς · weνα αναγνωρίσουμε, να αναγνωρίσομενα αναγνωριστούμε
εσείς · youνα αναγνωρίσετενα αναγνωριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναγνωρίσουν(ε)να αναγνωριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αναγνωρίσεινα έχω αναγνωριστεί
εσύ · youνα έχεις αναγνωρίσεινα έχεις αναγνωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αναγνωρίσεινα έχει αναγνωριστεί
εμείς · weνα έχουμε αναγνωρίσεινα έχουμε αναγνωριστεί
εσείς · youνα έχετε αναγνωρίσεινα έχετε αναγνωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αναγνωρίσεινα έχουν αναγνωριστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: αναγνώριζε / αναγνωρίζετε.

Simple active: αναγνώρισε / αναγνωρίστε.

Simple passive: αναγνωρίσου / αναγνωριστείτε; use depends on the meaning and context.

Αναγνώρισε το λάθος σου. — Acknowledge your mistake.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αναγνωρίζοντας.

Perfect participial constructions: έχοντας αναγνωρίσει / έχοντας αναγνωριστεί.

Passive participle: αναγνωρισμένος, αναγνωρισμένη, αναγνωρισμένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.

Invariant compound-tense forms: αναγνωρίσει / αναγνωριστεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anagnorizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

1 thought on “αναγνωρίζω (anagnorizo) — to recognise, acknowledge”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /anagnorizo/