Modern Greek verb conjugation
αναγνωρίζω · to recognise; to acknowledge
Passive: αναγνωρίζομαι.
Αναγνώρισα τη φωνή της. — I recognised her voice. Αναγνώρισε το λάθος του. — He acknowledged his mistake.
Perfect versus state: έχω αναγνωρίσει / έχω αναγνωριστεί are the compound perfect forms. Είναι αναγνωρισμένος καλλιτέχνης means he is an established/recognised artist and describes his status.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναγνωρίζω | αναγνωρίζομαι |
| εσύ · you | αναγνωρίζεις | αναγνωρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναγνωρίζει | αναγνωρίζεται |
| εμείς · we | αναγνωρίζουμε, αναγνωρίζομε | αναγνωριζόμαστε |
| εσείς · you | αναγνωρίζετε | αναγνωρίζεστε, αναγνωριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναγνωρίζουν(ε) | αναγνωρίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναγνώριζα | αναγνωριζόμουν(α) |
| εσύ · you | αναγνώριζες | αναγνωριζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναγνώριζε | αναγνωριζόταν(ε) |
| εμείς · we | αναγνωρίζαμε | αναγνωριζόμαστε, αναγνωριζόμασταν |
| εσείς · you | αναγνωρίζατε | αναγνωριζόσαστε, αναγνωριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναγνώριζαν, αναγνωρίζαν(ε) | αναγνωρίζονταν, αναγνωριζόντανε, αναγνωριζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναγνώρισα | αναγνωρίστηκα |
| εσύ · you | αναγνώρισες | αναγνωρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναγνώρισε | αναγνωρίστηκε |
| εμείς · we | αναγνωρίσαμε | αναγνωριστήκαμε |
| εσείς · you | αναγνωρίσατε | αναγνωριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναγνώρισαν, αναγνωρίσαν(ε) | αναγνωρίστηκαν, αναγνωριστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αναγνωρίσει | έχω αναγνωριστεί |
| εσύ · you | έχεις αναγνωρίσει | έχεις αναγνωριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναγνωρίσει | έχει αναγνωριστεί |
| εμείς · we | έχουμε αναγνωρίσει | έχουμε αναγνωριστεί |
| εσείς · you | έχετε αναγνωρίσει | έχετε αναγνωριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναγνωρίσει | έχουν αναγνωριστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αναγνωρίσει | είχα αναγνωριστεί |
| εσύ · you | είχες αναγνωρίσει | είχες αναγνωριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναγνωρίσει | είχε αναγνωριστεί |
| εμείς · we | είχαμε αναγνωρίσει | είχαμε αναγνωριστεί |
| εσείς · you | είχατε αναγνωρίσει | είχατε αναγνωριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναγνωρίσει | είχαν αναγνωριστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναγνωρίζω | θα αναγνωρίζομαι |
| εσύ · you | θα αναγνωρίζεις | θα αναγνωρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναγνωρίζει | θα αναγνωρίζεται |
| εμείς · we | θα αναγνωρίζουμε, θα αναγνωρίζομε | θα αναγνωριζόμαστε |
| εσείς · you | θα αναγνωρίζετε | θα αναγνωρίζεστε, θα αναγνωριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναγνωρίζουν(ε) | θα αναγνωρίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναγνωρίσω | θα αναγνωριστώ |
| εσύ · you | θα αναγνωρίσεις | θα αναγνωριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναγνωρίσει | θα αναγνωριστεί |
| εμείς · we | θα αναγνωρίσουμε, θα αναγνωρίσομε | θα αναγνωριστούμε |
| εσείς · you | θα αναγνωρίσετε | θα αναγνωριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναγνωρίσουν(ε) | θα αναγνωριστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναγνωρίσει | θα έχω αναγνωριστεί |
| εσύ · you | θα έχεις αναγνωρίσει | θα έχεις αναγνωριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναγνωρίσει | θα έχει αναγνωριστεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αναγνωρίσει | θα έχουμε αναγνωριστεί |
| εσείς · you | θα έχετε αναγνωρίσει | θα έχετε αναγνωριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναγνωρίσει | θα έχουν αναγνωριστεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναγνωρίζω | να αναγνωρίζομαι |
| εσύ · you | να αναγνωρίζεις | να αναγνωρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναγνωρίζει | να αναγνωρίζεται |
| εμείς · we | να αναγνωρίζουμε, να αναγνωρίζομε | να αναγνωριζόμαστε |
| εσείς · you | να αναγνωρίζετε | να αναγνωρίζεστε, να αναγνωριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναγνωρίζουν(ε) | να αναγνωρίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναγνωρίσω | να αναγνωριστώ |
| εσύ · you | να αναγνωρίσεις | να αναγνωριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναγνωρίσει | να αναγνωριστεί |
| εμείς · we | να αναγνωρίσουμε, να αναγνωρίσομε | να αναγνωριστούμε |
| εσείς · you | να αναγνωρίσετε | να αναγνωριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναγνωρίσουν(ε) | να αναγνωριστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναγνωρίσει | να έχω αναγνωριστεί |
| εσύ · you | να έχεις αναγνωρίσει | να έχεις αναγνωριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναγνωρίσει | να έχει αναγνωριστεί |
| εμείς · we | να έχουμε αναγνωρίσει | να έχουμε αναγνωριστεί |
| εσείς · you | να έχετε αναγνωρίσει | να έχετε αναγνωριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναγνωρίσει | να έχουν αναγνωριστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: αναγνώριζε / αναγνωρίζετε.
Simple active: αναγνώρισε / αναγνωρίστε.
Simple passive: αναγνωρίσου / αναγνωριστείτε; use depends on the meaning and context.
Αναγνώρισε το λάθος σου. — Acknowledge your mistake.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αναγνωρίζοντας.
Perfect participial constructions: έχοντας αναγνωρίσει / έχοντας αναγνωριστεί.
Passive participle: αναγνωρισμένος, αναγνωρισμένη, αναγνωρισμένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.
Invariant compound-tense forms: αναγνωρίσει / αναγνωριστεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anagnorizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
1 thought on “αναγνωρίζω (anagnorizo) — to recognise, acknowledge”
Comments are closed.