αναγράφω (anagrafo) — to record, state in writing

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αναγράφω · to write; to record; to state in writing (formal)

Passive: αναγράφομαι.

Η τιμή αναγράφεται στην ετικέτα. — The price is stated on the label.

Register: Common in labels, forms, records and official writing. For ordinary writing, γράφω is often sufficient. Passive perfective alternatives αναγραφεί / αναγραφτεί are both used.

State/result: Είναι αναγραμμένο στην ετικέτα describes what is written on the label; it is distinct from compound perfect έχει αναγραφεί / έχει αναγραφτεί.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναγράφωαναγράφομαι
εσύ · youαναγράφειςαναγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναγράφειαναγράφεται
εμείς · weαναγράφουμε, αναγράφομεαναγραφόμαστε
εσείς · youαναγράφετεαναγράφεστε, αναγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναγράφουν(ε)αναγράφονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανέγραφααναγραφόμουν(α)
εσύ · youανέγραφεςαναγραφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέγραφεαναγραφόταν(ε)
εμείς · weαναγράφαμεαναγραφόμαστε, αναγραφόμασταν
εσείς · youαναγράφατεαναγραφόσαστε, αναγραφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέγραφαν, αναγράφαν(ε)αναγράφονταν, αναγραφόντανε, αναγραφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανέγραψααναγράφτηκα, αναγράφηκα
εσύ · youανέγραψεςαναγράφτηκες, αναγράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέγραψεαναγράφτηκε, αναγράφηκε
εμείς · weαναγράψαμεαναγραφτήκαμε, αναγραφήκαμε
εσείς · youαναγράψατεαναγραφτήκατε, αναγραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέγραψαν, αναγράψαν(ε)αναγράφτηκαν, αναγραφτήκαν(ε), αναγράφηκαν, αναγραφήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αναγράψειέχω αναγραφτεί, έχω αναγραφεί
εσύ · youέχεις αναγράψειέχεις αναγραφτεί, έχεις αναγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αναγράψειέχει αναγραφτεί, έχει αναγραφεί
εμείς · weέχουμε αναγράψειέχουμε αναγραφτεί, έχουμε αναγραφεί
εσείς · youέχετε αναγράψειέχετε αναγραφτεί, έχετε αναγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αναγράψειέχουν αναγραφτεί, έχουν αναγραφεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αναγράψειείχα αναγραφτεί, είχα αναγραφεί
εσύ · youείχες αναγράψειείχες αναγραφτεί, είχες αναγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αναγράψειείχε αναγραφτεί, είχε αναγραφεί
εμείς · weείχαμε αναγράψειείχαμε αναγραφτεί, είχαμε αναγραφεί
εσείς · youείχατε αναγράψειείχατε αναγραφτεί, είχατε αναγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αναγράψειείχαν αναγραφτεί, είχαν αναγραφεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναγράφωθα αναγράφομαι
εσύ · youθα αναγράφειςθα αναγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναγράφειθα αναγράφεται
εμείς · weθα αναγράφουμε, θα αναγράφομεθα αναγραφόμαστε
εσείς · youθα αναγράφετεθα αναγράφεστε, θα αναγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναγράφουν(ε)θα αναγράφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναγράψωθα αναγραφτώ, θα αναγραφώ
εσύ · youθα αναγράψειςθα αναγραφτείς, θα αναγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναγράψειθα αναγραφτεί, θα αναγραφεί
εμείς · weθα αναγράψουμε, θα αναγράψομεθα αναγραφτούμε, θα αναγραφούμε
εσείς · youθα αναγράψετεθα αναγραφτείτε, θα αναγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναγράψουν(ε)θα αναγραφτούν(ε), θα αναγραφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αναγράψειθα έχω αναγραφτεί, θα έχω αναγραφεί
εσύ · youθα έχεις αναγράψειθα έχεις αναγραφτεί, θα έχεις αναγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αναγράψειθα έχει αναγραφτεί, θα έχει αναγραφεί
εμείς · weθα έχουμε αναγράψειθα έχουμε αναγραφτεί, θα έχουμε αναγραφεί
εσείς · youθα έχετε αναγράψειθα έχετε αναγραφτεί, θα έχετε αναγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αναγράψειθα έχουν αναγραφτεί, θα έχουν αναγραφεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναγράφωνα αναγράφομαι
εσύ · youνα αναγράφειςνα αναγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναγράφεινα αναγράφεται
εμείς · weνα αναγράφουμε, να αναγράφομενα αναγραφόμαστε
εσείς · youνα αναγράφετενα αναγράφεστε, να αναγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναγράφουν(ε)να αναγράφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναγράψωνα αναγραφτώ, να αναγραφώ
εσύ · youνα αναγράψειςνα αναγραφτείς, να αναγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναγράψεινα αναγραφτεί, να αναγραφεί
εμείς · weνα αναγράψουμε, να αναγράψομενα αναγραφτούμε, να αναγραφούμε
εσείς · youνα αναγράψετενα αναγραφτείτε, να αναγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναγράψουν(ε)να αναγραφτούν(ε), να αναγραφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αναγράψεινα έχω αναγραφτεί, να έχω αναγραφεί
εσύ · youνα έχεις αναγράψεινα έχεις αναγραφτεί, να έχεις αναγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αναγράψεινα έχει αναγραφτεί, να έχει αναγραφεί
εμείς · weνα έχουμε αναγράψεινα έχουμε αναγραφτεί, να έχουμε αναγραφεί
εσείς · youνα έχετε αναγράψεινα έχετε αναγραφτεί, να έχετε αναγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αναγράψεινα έχουν αναγραφτεί, να έχουν αναγραφεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: ανάγραφε / αναγράφετε.

Simple active: ανάγραψε / αναγράψτε, αναγράφτε.

Simple passive: αναγράψου / αναγραφείτε, αναγραφτείτε; use depends on the meaning and context.

Αναγράψτε το όνομά σας. — Write your name.

No augment in the command: ανάγραψε, compared with past indicative ανέγραψε.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αναγράφοντας.

Perfect participial constructions: έχοντας αναγράψει / έχοντας αναγραφεί, αναγραφτεί.

Passive participle: αναγραμμένος, αναγραμμένη, αναγραμμένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.

Invariant compound-tense forms: αναγράψει / αναγραφεί, αναγραφτεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anagrafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /anagrafo/