ανακαλύπτω (anakalypto) — to discover, find out

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ανακαλύπτω · to discover; to find out

Passive: ανακαλύπτομαι.

Ανακάλυψα την αλήθεια. — I discovered the truth.

Passive alternatives: ανακαλύφθηκα / ανακαλύφτηκα and ανακαλυφθεί / ανακαλυφτεί are both used. The spelling is -φτεί, not -πτεί. The participle ανακαλυμμένος describes a state/result and is separate from the perfect.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανακαλύπτωανακαλύπτομαι
εσύ · youανακαλύπτειςανακαλύπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανακαλύπτειανακαλύπτεται
εμείς · weανακαλύπτουμε, ανακαλύπτομεανακαλυπτόμαστε
εσείς · youανακαλύπτετεανακαλύπτεστε, ανακαλυπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανακαλύπτουν(ε)ανακαλύπτονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανακάλυπταανακαλυπτόμουν(α)
εσύ · youανακάλυπτεςανακαλυπτόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανακάλυπτεανακαλυπτόταν(ε)
εμείς · weανακαλύπταμεανακαλυπτόμαστε, ανακαλυπτόμασταν
εσείς · youανακαλύπτατεανακαλυπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανακάλυπταν, ανακαλύπταν(ε)ανακαλύπτονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανακάλυψαανακαλύφθηκα, ανακαλύφτηκα
εσύ · youανακάλυψεςανακαλύφθηκες, ανακαλύφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανακάλυψεανακαλύφθηκε, ανακαλύφτηκε
εμείς · weανακαλύψαμεανακαλυφθήκαμε, ανακαλυφτήκαμε
εσείς · youανακαλύψατεανακαλυφθήκατε, ανακαλυφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανακάλυψαν, ανακαλύψαν(ε)ανακαλύφθηκαν, ανακαλυφθήκαν(ε), ανακαλύφτηκαν, ανακαλυφτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω ανακαλύψειέχω ανακαλυφθεί, έχω ανακαλυφτεί
εσύ · youέχεις ανακαλύψειέχεις ανακαλυφθεί, έχεις ανακαλυφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ανακαλύψειέχει ανακαλυφθεί, έχει ανακαλυφτεί
εμείς · weέχουμε ανακαλύψειέχουμε ανακαλυφθεί, έχουμε ανακαλυφτεί
εσείς · youέχετε ανακαλύψειέχετε ανακαλυφθεί, έχετε ανακαλυφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ανακαλύψειέχουν ανακαλυφθεί, έχουν ανακαλυφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα ανακαλύψειείχα ανακαλυφθεί, είχα ανακαλυφτεί
εσύ · youείχες ανακαλύψειείχες ανακαλυφθεί, είχες ανακαλυφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ανακαλύψειείχε ανακαλυφθεί, είχε ανακαλυφτεί
εμείς · weείχαμε ανακαλύψειείχαμε ανακαλυφθεί, είχαμε ανακαλυφτεί
εσείς · youείχατε ανακαλύψειείχατε ανακαλυφθεί, είχατε ανακαλυφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ανακαλύψειείχαν ανακαλυφθεί, είχαν ανακαλυφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανακαλύπτωθα ανακαλύπτομαι
εσύ · youθα ανακαλύπτειςθα ανακαλύπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανακαλύπτειθα ανακαλύπτεται
εμείς · weθα ανακαλύπτουμε, θα ανακαλύπτομεθα ανακαλυπτόμαστε
εσείς · youθα ανακαλύπτετεθα ανακαλύπτεστε, θα ανακαλυπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανακαλύπτουν(ε)θα ανακαλύπτονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανακαλύψωθα ανακαλυφθώ, θα ανακαλυφτώ
εσύ · youθα ανακαλύψειςθα ανακαλυφθείς, θα ανακαλυφτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανακαλύψειθα ανακαλυφθεί, θα ανακαλυφτεί
εμείς · weθα ανακαλύψουμε, θα ανακαλύψομεθα ανακαλυφθούμε, θα ανακαλυφτούμε
εσείς · youθα ανακαλύψετεθα ανακαλυφθείτε, θα ανακαλυφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανακαλύψουν(ε)θα ανακαλυφθούν(ε), θα ανακαλυφτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω ανακαλύψειθα έχω ανακαλυφθεί, θα έχω ανακαλυφτεί
εσύ · youθα έχεις ανακαλύψειθα έχεις ανακαλυφθεί, θα έχεις ανακαλυφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ανακαλύψειθα έχει ανακαλυφθεί, θα έχει ανακαλυφτεί
εμείς · weθα έχουμε ανακαλύψειθα έχουμε ανακαλυφθεί, θα έχουμε ανακαλυφτεί
εσείς · youθα έχετε ανακαλύψειθα έχετε ανακαλυφθεί, θα έχετε ανακαλυφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ανακαλύψειθα έχουν ανακαλυφθεί, θα έχουν ανακαλυφτεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανακαλύπτωνα ανακαλύπτομαι
εσύ · youνα ανακαλύπτειςνα ανακαλύπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανακαλύπτεινα ανακαλύπτεται
εμείς · weνα ανακαλύπτουμε, να ανακαλύπτομενα ανακαλυπτόμαστε
εσείς · youνα ανακαλύπτετενα ανακαλύπτεστε, να ανακαλυπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανακαλύπτουν(ε)να ανακαλύπτονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανακαλύψωνα ανακαλυφθώ, να ανακαλυφτώ
εσύ · youνα ανακαλύψειςνα ανακαλυφθείς, να ανακαλυφτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανακαλύψεινα ανακαλυφθεί, να ανακαλυφτεί
εμείς · weνα ανακαλύψουμε, να ανακαλύψομενα ανακαλυφθούμε, να ανακαλυφτούμε
εσείς · youνα ανακαλύψετενα ανακαλυφθείτε, να ανακαλυφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανακαλύψουν(ε)να ανακαλυφθούν(ε), να ανακαλυφτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω ανακαλύψεινα έχω ανακαλυφθεί, να έχω ανακαλυφτεί
εσύ · youνα έχεις ανακαλύψεινα έχεις ανακαλυφθεί, να έχεις ανακαλυφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ανακαλύψεινα έχει ανακαλυφθεί, να έχει ανακαλυφτεί
εμείς · weνα έχουμε ανακαλύψεινα έχουμε ανακαλυφθεί, να έχουμε ανακαλυφτεί
εσείς · youνα έχετε ανακαλύψεινα έχετε ανακαλυφθεί, να έχετε ανακαλυφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ανακαλύψεινα έχουν ανακαλυφθεί, να έχουν ανακαλυφτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: ανακάλυπτε / ανακαλύπτετε.

Simple active: ανακάλυψε / ανακαλύψτε.

Simple passive: ανακαλύψου / ανακαλυφθείτε, ανακαλυφτείτε; use depends on the meaning and context.

Command: ανακάλυψε has its accent on -κά-; plural ανακαλύψτε, compared with subjunctive να ανακαλύψετε.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ανακαλύπτοντας.

Perfect participial constructions: έχοντας ανακαλύψει / έχοντας ανακαλυφθεί, ανακαλυφτεί.

Passive participle: ανακαλυμμένος, ανακαλυμμένη, ανακαλυμμένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.

Invariant compound-tense forms: ανακαλύψει / ανακαλυφθεί, ανακαλυφτεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anakalypto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /anakalypto/