Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
αποκαλύπτω — to reveal; to uncover
Passive: αποκαλύπτομαι — to be revealed; to reveal oneself.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποκαλύπτω | αποκαλύπτομαι |
| εσύ — you | αποκαλύπτεις | αποκαλύπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποκαλύπτει | αποκαλύπτεται |
| εμείς — we | αποκαλύπτουμε, αποκαλύπτομε | αποκαλυπτόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποκαλύπτετε | αποκαλύπτεστε, αποκαλυπτόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποκαλύπτουν(ε) | αποκαλύπτονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποκάλυπτα | αποκαλυπτόμουν(α) |
| εσύ — you | αποκάλυπτες | αποκαλυπτόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποκάλυπτε | αποκαλυπτόταν(ε) |
| εμείς — we | αποκαλύπταμε | αποκαλυπτόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | αποκαλύπτατε | αποκαλυπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποκάλυπταν, αποκαλύπταν(ε) | αποκαλύπτονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποκάλυψα | αποκαλύφθηκα, αποκαλύφτηκα |
| εσύ — you | αποκάλυψες | αποκαλύφθηκες, αποκαλύφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποκάλυψε | αποκαλύφθηκε, αποκαλύφτηκε |
| εμείς — we | αποκαλύψαμε | αποκαλυφθήκαμε, αποκαλυφτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποκαλύψατε | αποκαλυφθήκατε, αποκαλυφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποκάλυψαν, αποκαλύψαν(ε) | αποκαλύφθηκαν, αποκαλυφθήκαν(ε), αποκαλύφτηκαν, αποκαλυφτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω αποκαλύψει | έχω αποκαλυφθεί |
| εσύ — you | έχεις αποκαλύψει | έχεις αποκαλυφθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει αποκαλύψει | έχει αποκαλυφθεί |
| εμείς — we | έχουμε αποκαλύψει | έχουμε αποκαλυφθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε αποκαλύψει | έχετε αποκαλυφθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν αποκαλύψει | έχουν αποκαλυφθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα αποκαλύψει | είχα αποκαλυφθεί |
| εσύ — you | είχες αποκαλύψει | είχες αποκαλυφθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε αποκαλύψει | είχε αποκαλυφθεί |
| εμείς — we | είχαμε αποκαλύψει | είχαμε αποκαλυφθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε αποκαλύψει | είχατε αποκαλυφθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν αποκαλύψει | είχαν αποκαλυφθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα αποκαλύπτω | θα αποκαλύπτομαι |
| εσύ — you | θα αποκαλύπτεις | θα αποκαλύπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποκαλύπτει | θα αποκαλύπτεται |
| εμείς — we | θα αποκαλύπτουμε, θα αποκαλύπτομε | θα αποκαλυπτόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποκαλύπτετε | θα αποκαλύπτεστε, θα αποκαλυπτόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποκαλύπτουν(ε) | θα αποκαλύπτονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα αποκαλύψω | θα αποκαλυφθώ, θα αποκαλυφτώ |
| εσύ — you | θα αποκαλύψεις | θα αποκαλυφθείς, θα αποκαλυφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποκαλύψει | θα αποκαλυφθεί, θα αποκαλυφτεί |
| εμείς — we | θα αποκαλύψουμε, θα αποκαλύψομε | θα αποκαλυφθούμε, θα αποκαλυφτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποκαλύψετε | θα αποκαλυφθείτε, θα αποκαλυφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποκαλύψουν(ε) | θα αποκαλυφθούν(ε), θα αποκαλυφτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω αποκαλύψει | θα έχω αποκαλυφθεί |
| εσύ — you | θα έχεις αποκαλύψει | θα έχεις αποκαλυφθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει αποκαλύψει | θα έχει αποκαλυφθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε αποκαλύψει | θα έχουμε αποκαλυφθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε αποκαλύψει | θα έχετε αποκαλυφθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν αποκαλύψει | θα έχουν αποκαλυφθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να αποκαλύπτω | να αποκαλύπτομαι |
| εσύ — you | να αποκαλύπτεις | να αποκαλύπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποκαλύπτει | να αποκαλύπτεται |
| εμείς — we | να αποκαλύπτουμε, να αποκαλύπτομε | να αποκαλυπτόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποκαλύπτετε | να αποκαλύπτεστε, να αποκαλυπτόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποκαλύπτουν(ε) | να αποκαλύπτονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να αποκαλύψω | να αποκαλυφθώ, να αποκαλυφτώ |
| εσύ — you | να αποκαλύψεις | να αποκαλυφθείς, να αποκαλυφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποκαλύψει | να αποκαλυφθεί, να αποκαλυφτεί |
| εμείς — we | να αποκαλύψουμε, να αποκαλύψομε | να αποκαλυφθούμε, να αποκαλυφτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποκαλύψετε | να αποκαλυφθείτε, να αποκαλυφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποκαλύψουν(ε) | να αποκαλυφθούν(ε), να αποκαλυφτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω αποκαλύψει | να έχω αποκαλυφθεί |
| εσύ — you | να έχεις αποκαλύψει | να έχεις αποκαλυφθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει αποκαλύψει | να έχει αποκαλυφθεί |
| εμείς — we | να έχουμε αποκαλύψει | να έχουμε αποκαλυφθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε αποκαλύψει | να έχετε αποκαλυφθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν αποκαλύψει | να έχουν αποκαλυφθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | αποκάλυπτε | αποκαλύπτετε | να αποκαλύπτεσαι (να-construction) | αποκαλύπτεστε |
| Simple | αποκάλυψε | αποκαλύψτε | αποκαλύψου | αποκαλυφθείτε / αποκαλυφτείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Correct singular imperative: αποκάλυψε, with the stress on κά. Plural: αποκαλύψτε. Αποκαλύψετε requires θα, να or μην.
- The passive has accepted -φθ- and -φτ- alternatives: αποκαλύφθηκα / αποκαλύφτηκα; να αποκαλυφθώ / να αποκαλυφτώ; έχω αποκαλυφθεί / έχω αποκαλυφτεί. The tables lead with -φθ- in compound perfect tenses.
- αποκαλύπτοντας — revealing; αποκαλυπτόμενος, αποκαλυπτόμενη, αποκαλυπτόμενο — being revealed; έχοντας αποκαλύψει — having revealed.
- The dependent passive form is αποκαλυφθεί or αποκαλυφτεί, not αποκαλυπτεί.
- Negative instructions: μην αποκαλύπτεις / μην αποκαλύψεις.
Μην αποκαλύψεις το μυστικό.
Do not reveal the secret.
Η αλήθεια αποκαλύφθηκε αργότερα.
The truth was revealed later.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποκαλύπτω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apokalypto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/apokalypto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →