Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

αποκάνω — to become exhausted, finish off

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αποκάνω — to become exhausted; to finish off (colloquial)

Also αποκάμνω. The meaning depends on context: becoming exhausted is intransitive; finishing something off is transitive.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αποκάνω
εσύ — you αποκάνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποκάνει
εμείς — we αποκάνουμε, αποκάνομε
εσείς — you (plural / polite) αποκάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποκάνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I απόκανα
εσύ — you απόκανες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απόκανε
εμείς — we αποκάναμε
εσείς — you (plural / polite) αποκάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απόκαναν, αποκάναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I απόκανα / απόκαμα
εσύ — you απόκανες / απόκαμες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απόκανε / απόκαμε
εμείς — we αποκάναμε / αποκάμαμε
εσείς — you (plural / polite) αποκάνατε / αποκάματε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απόκαναν / απόκαμαν / αποκάμανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω αποκάνει
εσύ — you έχεις αποκάνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αποκάνει
εμείς — we έχουμε αποκάνει
εσείς — you (plural / polite) έχετε αποκάνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αποκάνει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα αποκάνει
εσύ — you είχες αποκάνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αποκάνει
εμείς — we είχαμε αποκάνει
εσείς — you (plural / polite) είχατε αποκάνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αποκάνει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αποκάνω
εσύ — you θα αποκάνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποκάνει
εμείς — we θα αποκάνουμε, θα αποκάνομε
εσείς — you (plural / polite) θα αποκάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποκάνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αποκάνω, θα αποκάμω
εσύ — you θα αποκάνεις, θα αποκάμεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποκάνει, θα αποκάμει
εμείς — we θα αποκάνουμε, θα αποκάμουμε
εσείς — you (plural / polite) θα αποκάνετε, θα αποκάμετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποκάνουν(ε), θα αποκάμουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω αποκάνει
εσύ — you θα έχεις αποκάνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αποκάνει
εμείς — we θα έχουμε αποκάνει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αποκάνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αποκάνει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αποκάνω
εσύ — you να αποκάνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποκάνει
εμείς — we να αποκάνουμε, να αποκάνομε
εσείς — you (plural / polite) να αποκάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποκάνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αποκάνω, να αποκάμω
εσύ — you να αποκάνεις, να αποκάμεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποκάνει, να αποκάμει
εμείς — we να αποκάνουμε, να αποκάμουμε
εσείς — you (plural / polite) να αποκάνετε, να αποκάμετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποκάνουν(ε), να αποκάμουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω αποκάνει
εσύ — you να έχεις αποκάνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αποκάνει
εμείς — we να έχουμε αποκάνει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αποκάνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αποκάνει

Imperative · Προστακτική

Commands meaning “become exhausted” are uncommon. Prefer a natural να-construction or a negative instruction: μην αποκάνεις / μην αποκάμεις. In the colloquial “finish off” meaning, commands depend on the intended object and context.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The correct past alternatives are απόκανα and απόκαμα. Forms such as απόαποκαμα are errors.
  • Perfective dependent alternatives: αποκάνει / αποκάμει. Both έχω αποκάνει and έχω αποκάμει occur; the tables lead with αποκάνει.
  • αποκαμωμένος, αποκαμωμένη, αποκαμωμένο means exhausted. Είμαι αποκαμωμένος describes a state and is not the same construction as έχω αποκάμει.
  • αποκάνοντας — becoming exhausted / finishing off; έχοντας αποκάνει / έχοντας αποκάμει — having become exhausted / finished off.

Απόκαμα από το πολύ περπάτημα.

I became exhausted from all the walking.

Ήταν αποκαμωμένη μετά τη δουλειά.

She was exhausted after work.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποκάνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apokano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /apokano/