αποφεύγω (apofeugo) — to avoid

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αποφεύγω — to avoid

Passive: αποφεύγομαι — to be avoided.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αποφεύγω αποφεύγομαι
εσύ — you αποφεύγεις αποφεύγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποφεύγει αποφεύγεται
εμείς — we αποφεύγουμε, αποφεύγομε αποφευγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) αποφεύγετε αποφεύγεστε, αποφευγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποφεύγουν(ε) αποφεύγονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απέφευγα αποφευγόμουν(α)
εσύ — you απέφευγες αποφευγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απέφευγε αποφευγόταν(ε)
εμείς — we αποφεύγαμε αποφευγόμασταν
εσείς — you (plural / polite) αποφεύγατε αποφευγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they απέφευγαν, αποφεύγαν(ε) αποφεύγονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απέφυγα, απόφυγα αποφεύχθηκα
εσύ — you απέφυγες, απόφυγες αποφεύχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απέφυγε, απόφυγε αποφεύχθηκε
εμείς — we αποφύγαμε αποφευχθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) αποφύγατε αποφευχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απέφυγαν, αποφύγαν(ε) αποφεύχθηκαν, αποφευχθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω αποφύγει έχω αποφευχθεί
εσύ — you έχεις αποφύγει έχεις αποφευχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αποφύγει έχει αποφευχθεί
εμείς — we έχουμε αποφύγει έχουμε αποφευχθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε αποφύγει έχετε αποφευχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αποφύγει έχουν αποφευχθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα αποφύγει είχα αποφευχθεί
εσύ — you είχες αποφύγει είχες αποφευχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αποφύγει είχε αποφευχθεί
εμείς — we είχαμε αποφύγει είχαμε αποφευχθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε αποφύγει είχατε αποφευχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αποφύγει είχαν αποφευχθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αποφεύγω θα αποφεύγομαι
εσύ — you θα αποφεύγεις θα αποφεύγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποφεύγει θα αποφεύγεται
εμείς — we θα αποφεύγουμε, θα αποφεύγομε θα αποφευγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα αποφεύγετε θα αποφεύγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποφεύγουν(ε) θα αποφεύγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αποφύγω θα αποφευχθώ
εσύ — you θα αποφύγεις θα αποφευχθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποφύγει θα αποφευχθεί
εμείς — we θα αποφύγουμε, θα αποφύγομε θα αποφευχθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα αποφύγετε θα αποφευχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποφύγουν(ε) θα αποφευχθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω αποφύγει θα έχω αποφευχθεί
εσύ — you θα έχεις αποφύγει θα έχεις αποφευχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αποφύγει θα έχει αποφευχθεί
εμείς — we θα έχουμε αποφύγει θα έχουμε αποφευχθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αποφύγει θα έχετε αποφευχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αποφύγει θα έχουν αποφευχθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αποφεύγω να αποφεύγομαι
εσύ — you να αποφεύγεις να αποφεύγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποφεύγει να αποφεύγεται
εμείς — we να αποφεύγουμε, να αποφεύγομε να αποφευγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να αποφεύγετε να αποφεύγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποφεύγουν(ε) να αποφεύγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αποφύγω να αποφευχθώ
εσύ — you να αποφύγεις να αποφευχθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποφύγει να αποφευχθεί
εμείς — we να αποφύγουμε, να αποφύγομε να αποφευχθούμε
εσείς — you (plural / polite) να αποφύγετε να αποφευχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποφύγουν(ε) να αποφευχθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω αποφύγει να έχω αποφευχθεί
εσύ — you να έχεις αποφύγει να έχεις αποφευχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αποφύγει να έχει αποφευχθεί
εμείς — we να έχουμε αποφύγει να έχουμε αποφευχθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αποφύγει να έχετε αποφευχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αποφύγει να έχουν αποφευχθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous απόφευγε αποφεύγετε — —
Simple απόφυγε αποφύγετε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Past: απέφυγα; perfective plural past: αποφύγαμε, αποφύγατε. The alternative past απόφυγα is less common.
  • The direct plural imperative is αποφύγετε. Αποφύγατε is a past form, not the recommended imperative.
  • αποφεύγοντας — avoiding; έχοντας αποφύγει — having avoided.
  • Passive perfect: έχω αποφευχθεί; passive commands meaning “be avoided” are unusual.
  • Negative instructions: μην αποφεύγεις / μην αποφύγεις.

Προσπαθώ να αποφεύγω την κίνηση.

I try to avoid traffic.

Η σύγκρουση αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή.

The collision was avoided at the last moment.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποφεύγω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apofeugo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /apofeugo/