Everyday Greek · Core 100
αποφασίζω: core forms & usage
to decide
The aorist is αποφάσισα and the simple future is θα αποφασίσω. Compare deciding over time with making a decision.
Αποφασίζουμε μαζί πού θα πάμε.
We decide together where we will go.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | αποφασίζω |
| you (singular) | αποφασίζεις |
| he / she / it | αποφασίζει |
| we | αποφασίζουμε, αποφασίζομε |
| you (plural or polite) | αποφασίζετε |
| they | αποφασίζουν, αποφασίζουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | αποφάσιζα |
| you (singular) | αποφάσιζες |
| he / she / it | αποφάσιζε |
| we | αποφασίζαμε |
| you (plural or polite) | αποφασίζατε |
| they | αποφάσιζαν, αποφασίζαν, αποφασίζανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | αποφάσισα |
| you (singular) | αποφάσισες |
| he / she / it | αποφάσισε |
| we | αποφασίσαμε |
| you (plural or polite) | αποφασίσατε |
| they | αποφάσισαν, αποφασίσαν, αποφασίσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα αποφασίσω |
| you (singular) | θα αποφασίσεις |
| he / she / it | θα αποφασίσει |
| we | θα αποφασίσουμε, θα αποφασίσομε |
| you (plural or polite) | θα αποφασίσετε |
| they | θα αποφασίσουν, θα αποφασίσουνε |
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
αποφασίζω — to decide
Passive: αποφασίζομαι — to be decided. In this meaning, the passive is most often used in the third person: αποφασίστηκε (it was decided).
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποφασίζω | αποφασίζομαι |
| εσύ — you | αποφασίζεις | αποφασίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποφασίζει | αποφασίζεται |
| εμείς — we | αποφασίζουμε, αποφασίζομε | αποφασιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποφασίζετε | αποφασίζεστε, αποφασιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποφασίζουν(ε) | αποφασίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποφάσιζα | αποφασιζόμουν(α) |
| εσύ — you | αποφάσιζες | αποφασιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποφάσιζε | αποφασιζόταν(ε) |
| εμείς — we | αποφασίζαμε | αποφασιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | αποφασίζατε | αποφασιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποφάσιζαν, αποφασίζαν(ε) | αποφασίζονταν, αποφασιζόντανε, αποφασιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποφάσισα | αποφασίστηκα |
| εσύ — you | αποφάσισες | αποφασίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποφάσισε | αποφασίστηκε |
| εμείς — we | αποφασίσαμε | αποφασιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποφασίσατε | αποφασιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποφάσισαν, αποφασίσαν(ε) | αποφασίστηκαν, αποφασιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω αποφασίσει | έχω αποφασιστεί |
| εσύ — you | έχεις αποφασίσει | έχεις αποφασιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει αποφασίσει | έχει αποφασιστεί |
| εμείς — we | έχουμε αποφασίσει | έχουμε αποφασιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε αποφασίσει | έχετε αποφασιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν αποφασίσει | έχουν αποφασιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα αποφασίσει | είχα αποφασιστεί |
| εσύ — you | είχες αποφασίσει | είχες αποφασιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε αποφασίσει | είχε αποφασιστεί |
| εμείς — we | είχαμε αποφασίσει | είχαμε αποφασιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε αποφασίσει | είχατε αποφασιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν αποφασίσει | είχαν αποφασιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα αποφασίζω | θα αποφασίζομαι |
| εσύ — you | θα αποφασίζεις | θα αποφασίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποφασίζει | θα αποφασίζεται |
| εμείς — we | θα αποφασίζουμε, θα αποφασίζομε | θα αποφασιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποφασίζετε | θα αποφασίζεστε, θα αποφασιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποφασίζουν(ε) | θα αποφασίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα αποφασίσω | θα αποφασιστώ |
| εσύ — you | θα αποφασίσεις | θα αποφασιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποφασίσει | θα αποφασιστεί |
| εμείς — we | θα αποφασίσουμε / θα αποφασίσομε | θα αποφασιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποφασίσετε | θα αποφασιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποφασίσουν(ε) | θα αποφασιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω αποφασίσει | θα έχω αποφασιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις αποφασίσει | θα έχεις αποφασιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει αποφασίσει | θα έχει αποφασιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε αποφασίσει | θα έχουμε αποφασιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε αποφασίσει | θα έχετε αποφασιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν αποφασίσει | θα έχουν αποφασιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να αποφασίζω | να αποφασίζομαι |
| εσύ — you | να αποφασίζεις | να αποφασίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποφασίζει | να αποφασίζεται |
| εμείς — we | να αποφασίζουμε, να αποφασίζομε | να αποφασιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποφασίζετε | να αποφασίζεστε, να αποφασιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποφασίζουν(ε) | να αποφασίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να αποφασίσω | να αποφασιστώ |
| εσύ — you | να αποφασίσεις | να αποφασιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποφασίσει | να αποφασιστεί |
| εμείς — we | να αποφασίσουμε, να αποφασίσομε | να αποφασιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποφασίσετε | να αποφασιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποφασίσουν(ε) | να αποφασιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω αποφασίσει | να έχω αποφασιστεί |
| εσύ — you | να έχεις αποφασίσει | να έχεις αποφασιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει αποφασίσει | να έχει αποφασιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε αποφασίσει | να έχουμε αποφασιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε αποφασίσει | να έχετε αποφασιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν αποφασίσει | να έχουν αποφασιστεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | αποφάσιζε | αποφασίζετε | — | — |
| Simple | αποφάσισε | αποφασίστε | — | — |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The simple future is θα αποφασίσω / θα αποφασίσουμε. Θα αποφασίζουμε expresses repeated or ongoing deciding, not the simple-future stem.
- αποφασίζοντας — deciding; έχοντας αποφασίσει — having decided.
- αποφασισμένος, αποφασισμένη, αποφασισμένο often means determined or resolved. Είμαι αποφασισμένος να φύγω means “I am determined to leave”; it is not the passive perfect “I have been decided”.
- The active perfect is έχω αποφασίσει. The ordinary passive perfect for a matter or action is έχει αποφασιστεί.
- Passive first- and second-person forms and passive commands are uncommon in the everyday “be decided” sense.
- Negative instructions: μην αποφασίζεις / μην αποφασίσεις.
Αποφασίσαμε να μείνουμε στο σπίτι.
We decided to stay at home.
Έχει αποφασιστεί η ημερομηνία της συνάντησης.
The date of the meeting has been decided.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποφασίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apofasizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/apofasizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →