Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βαφτίζω — to baptise; to christen; to name
Passive: βαφτίζομαι — to be baptised or christened. The learned spelling βαπτίζω / βαπτίζομαι also occurs.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βαφτίζω | βαφτίζομαι |
| εσύ — you | βαφτίζεις | βαφτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βαφτίζει | βαφτίζεται |
| εμείς — we | βαφτίζουμε, βαφτίζομε | βαφτιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βαφτίζετε | βαφτίζεστε, βαφτιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βαφτίζουν(ε) | βαφτίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βάφτιζα | βαφτιζόμουν(α) |
| εσύ — you | βάφτιζες | βαφτιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βάφτιζε | βαφτιζόταν(ε) |
| εμείς — we | βαφτίζαμε | βαφτιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βαφτίζατε | βαφτιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βάφτιζαν, βαφτίζαν(ε) | βαφτίζονταν, βαφτιζόντανε, βαφτιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βάφτισα | βαφτίστηκα |
| εσύ — you | βάφτισες | βαφτίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βάφτισε | βαφτίστηκε |
| εμείς — we | βαφτίσαμε | βαφτιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βαφτίσατε | βαφτιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βάφτισαν, βαφτίσαν(ε) | βαφτίστηκαν, βαφτιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βαφτίσει | έχω βαφτιστεί |
| εσύ — you | έχεις βαφτίσει | έχεις βαφτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βαφτίσει | έχει βαφτιστεί |
| εμείς — we | έχουμε βαφτίσει | έχουμε βαφτιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βαφτίσει | έχετε βαφτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βαφτίσει | έχουν βαφτιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βαφτίσει | είχα βαφτιστεί |
| εσύ — you | είχες βαφτίσει | είχες βαφτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βαφτίσει | είχε βαφτιστεί |
| εμείς — we | είχαμε βαφτίσει | είχαμε βαφτιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βαφτίσει | είχατε βαφτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βαφτίσει | είχαν βαφτιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βαφτίζω | θα βαφτίζομαι |
| εσύ — you | θα βαφτίζεις | θα βαφτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βαφτίζει | θα βαφτίζεται |
| εμείς — we | θα βαφτίζουμε, θα βαφτίζομε | θα βαφτιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βαφτίζετε | θα βαφτίζεστε, θα βαφτιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βαφτίζουν(ε) | θα βαφτίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βαφτίσω | θα βαφτιστώ |
| εσύ — you | θα βαφτίσεις | θα βαφτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βαφτίσει | θα βαφτιστεί |
| εμείς — we | θα βαφτίσουμε / θα βαφτίσομε | θα βαφτιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βαφτίσετε | θα βαφτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βαφτίσουν(ε) | θα βαφτιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βαφτίσει | θα έχω βαφτιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις βαφτίσει | θα έχεις βαφτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βαφτίσει | θα έχει βαφτιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βαφτίσει | θα έχουμε βαφτιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βαφτίσει | θα έχετε βαφτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βαφτίσει | θα έχουν βαφτιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βαφτίζω | να βαφτίζομαι |
| εσύ — you | να βαφτίζεις | να βαφτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βαφτίζει | να βαφτίζεται |
| εμείς — we | να βαφτίζουμε, να βαφτίζομε | να βαφτιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βαφτίζετε | να βαφτίζεστε, να βαφτιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βαφτίζουν(ε) | να βαφτίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βαφτίσω | να βαφτιστώ |
| εσύ — you | να βαφτίσεις | να βαφτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βαφτίσει | να βαφτιστεί |
| εμείς — we | να βαφτίσουμε, να βαφτίσομε | να βαφτιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βαφτίσετε | να βαφτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βαφτίσουν(ε) | να βαφτιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βαφτίσει | να έχω βαφτιστεί |
| εσύ — you | να έχεις βαφτίσει | να έχεις βαφτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βαφτίσει | να έχει βαφτιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε βαφτίσει | να έχουμε βαφτιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βαφτίσει | να έχετε βαφτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βαφτίσει | να έχουν βαφτιστεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βάφτιζε | βαφτίζετε | να βαφτίζεσαι (να-construction) | βαφτίζεστε |
| Simple | βάφτισε | βαφτίστε | βαφτίσου | βαφτιστείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The simple future is θα βαφτίσουμε / θα βαφτίσομε. Θα βαφτίζομε uses the imperfective stem and is not an alternative simple-future form.
- βαφτίζοντας — baptising; βαφτιζόμενος, βαφτιζόμενη, βαφτιζόμενο — being baptised; έχοντας βαφτίσει — having baptised.
- Έχω βαφτιστεί describes the completed event; είμαι βαφτισμένος / βαφτισμένη describes being baptised.
- It can also mean giving a name, nickname or label, literally or figuratively.
- Negative instructions: μη βαφτίζεις / μη βαφτίσεις; μη βαφτίζεσαι / μη βαφτιστείς.
Το παιδί βαφτίστηκε τον Ιούνιο.
The child was baptised in June.
Βάφτισαν το σκάφος «Ελπίδα».
They named the boat “Hope”.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βαφτίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/baftizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/baftizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.