Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βαφτίζω — to baptise, christen, name

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βαφτίζω — to baptise; to christen; to name

Passive: βαφτίζομαι — to be baptised or christened. The learned spelling βαπτίζω / βαπτίζομαι also occurs.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βαφτίζω βαφτίζομαι
εσύ — you βαφτίζεις βαφτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βαφτίζει βαφτίζεται
εμείς — we βαφτίζουμε, βαφτίζομε βαφτιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βαφτίζετε βαφτίζεστε, βαφτιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βαφτίζουν(ε) βαφτίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βάφτιζα βαφτιζόμουν(α)
εσύ — you βάφτιζες βαφτιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βάφτιζε βαφτιζόταν(ε)
εμείς — we βαφτίζαμε βαφτιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βαφτίζατε βαφτιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they βάφτιζαν, βαφτίζαν(ε) βαφτίζονταν, βαφτιζόντανε, βαφτιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βάφτισα βαφτίστηκα
εσύ — you βάφτισες βαφτίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βάφτισε βαφτίστηκε
εμείς — we βαφτίσαμε βαφτιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βαφτίσατε βαφτιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βάφτισαν, βαφτίσαν(ε) βαφτίστηκαν, βαφτιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βαφτίσει έχω βαφτιστεί
εσύ — you έχεις βαφτίσει έχεις βαφτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βαφτίσει έχει βαφτιστεί
εμείς — we έχουμε βαφτίσει έχουμε βαφτιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βαφτίσει έχετε βαφτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βαφτίσει έχουν βαφτιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βαφτίσει είχα βαφτιστεί
εσύ — you είχες βαφτίσει είχες βαφτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βαφτίσει είχε βαφτιστεί
εμείς — we είχαμε βαφτίσει είχαμε βαφτιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βαφτίσει είχατε βαφτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βαφτίσει είχαν βαφτιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βαφτίζω θα βαφτίζομαι
εσύ — you θα βαφτίζεις θα βαφτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βαφτίζει θα βαφτίζεται
εμείς — we θα βαφτίζουμε, θα βαφτίζομε θα βαφτιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βαφτίζετε θα βαφτίζεστε, θα βαφτιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βαφτίζουν(ε) θα βαφτίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βαφτίσω θα βαφτιστώ
εσύ — you θα βαφτίσεις θα βαφτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βαφτίσει θα βαφτιστεί
εμείς — we θα βαφτίσουμε / θα βαφτίσομε θα βαφτιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βαφτίσετε θα βαφτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βαφτίσουν(ε) θα βαφτιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βαφτίσει θα έχω βαφτιστεί
εσύ — you θα έχεις βαφτίσει θα έχεις βαφτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βαφτίσει θα έχει βαφτιστεί
εμείς — we θα έχουμε βαφτίσει θα έχουμε βαφτιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βαφτίσει θα έχετε βαφτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βαφτίσει θα έχουν βαφτιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βαφτίζω να βαφτίζομαι
εσύ — you να βαφτίζεις να βαφτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βαφτίζει να βαφτίζεται
εμείς — we να βαφτίζουμε, να βαφτίζομε να βαφτιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βαφτίζετε να βαφτίζεστε, να βαφτιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βαφτίζουν(ε) να βαφτίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βαφτίσω να βαφτιστώ
εσύ — you να βαφτίσεις να βαφτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βαφτίσει να βαφτιστεί
εμείς — we να βαφτίσουμε, να βαφτίσομε να βαφτιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να βαφτίσετε να βαφτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βαφτίσουν(ε) να βαφτιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βαφτίσει να έχω βαφτιστεί
εσύ — you να έχεις βαφτίσει να έχεις βαφτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βαφτίσει να έχει βαφτιστεί
εμείς — we να έχουμε βαφτίσει να έχουμε βαφτιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βαφτίσει να έχετε βαφτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βαφτίσει να έχουν βαφτιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βάφτιζε βαφτίζετε να βαφτίζεσαι (να-construction) βαφτίζεστε
Simple βάφτισε βαφτίστε βαφτίσου βαφτιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The simple future is θα βαφτίσουμε / θα βαφτίσομε. Θα βαφτίζομε uses the imperfective stem and is not an alternative simple-future form.
  • βαφτίζοντας — baptising; βαφτιζόμενος, βαφτιζόμενη, βαφτιζόμενο — being baptised; έχοντας βαφτίσει — having baptised.
  • Έχω βαφτιστεί describes the completed event; είμαι βαφτισμένος / βαφτισμένη describes being baptised.
  • It can also mean giving a name, nickname or label, literally or figuratively.
  • Negative instructions: μη βαφτίζεις / μη βαφτίσεις; μη βαφτίζεσαι / μη βαφτιστείς.

Το παιδί βαφτίστηκε τον Ιούνιο.

The child was baptised in June.

Βάφτισαν το σκάφος «Ελπίδα».

They named the boat “Hope”.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βαφτίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/baftizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /baftizo/